Κοινοποιησεις

Μεγαλώνουν μαζί με σένα τα δάκρυα.
Σαν γεννήθηκες είχαν φωνή και ελάχιστη ύλη.
Ήταν ο τρόπος σου να πεις: Πεινάω, φοβάμαι, διψώ, φρόντισέ με.

Ύστερα όλο και κάπου θα χτύπαγες, ήσουν ατίθαση βλέπεις.
Αίμα στα γόνατα, γρατζουνιές, ψευτομώλωπες ακίνδυνων μαχών που έδινες – παραμικρής αφορμής δοθείσας- με τα αδέρφια σου.
Ποτάμια τα δάκρυα για να μαλώνουν εκείνα, για να πάρεις εσύ χαρτομάντιλο.

Κάποιος πρώτος εφηβικός έρωτας και οι λυγμός σου ανάλαφρος. Έτρεχες να τον μοιραστείς, να τον δείξεις στις φίλες σου και να δεις τον δικό τους.
Ολονών σας μύριζαν τριαντάφυλλα, προσμονή και ανυπόμονο έρωτα. Ο δικός σου καλύτερος πίστευες, μα το κρατούσες φυλαχτό μόνο για σένα.

Τα χρόνια κύλισαν. Αν και η ικανότητα να παράγεις δάκρυα έμεινε, συνειδητοποιείς πως άλλαξαν. Μοναχικά, άηχα και πράγμα παράξενο συνεσταλμένα, λες και … λες και να αποκαλυφθούν ντρέπονται.

Δε θέλεις να τα βλέπουν οι άλλοι, οι κάθε άλλοι. Αποφεύγεις να τραβούν την προσοχή, κρύβεις την υγρασία τους.

«Πες μου τι έχεις;» σε ρωτούν.

«Τίποτα, κάτι μπήκε στο μάτι μου», απαντάς τότε εσύ με ένα ψέμα.

Ναι είσαι δυνατή, αντέχεις κάθε φυσικό πόνο, κρατιέσαι μη κλάψεις αν τύχει και κόψεις το χέρι σου. Αντ’ αυτού φτιάχνεις χαμόγελα.
Τόσο έκδηλα κι ας πονούν περισσότερο απ’ τις ακάλυπτες πληγές του φυσικού σου πόνου.

Μεγαλώνουν μαζί σου τα δάκρυα, καταδέχονται θαρρείς μόνο τον ψυχικό πόνο. Κι είναι αλήθεια διαφορετικής σύστασης, πιο πυκνής, έχουν χρώμα. Και το βάρος μοιάζει δυσβάσταχτο.
Δες πως χαράζουν και γδέρνουν το πρόσωπο, πως διατρέχουν την επιφάνεια και ψηλαφούν εσένα.

Δε σκουπίζεις τα ίχνη τους. Φυσάς μόνο τη μύτη σου για να δώσεις φωνή στον καημό σου. Εκείνα τ’ αφήνεις να αποτυπώσουν το σχήμα σου, να βρέξουν τα ρούχα σου, να χαθούν στις πτυχές σας.

Μερικά απ’ αυτά εξατμίζονται, όταν φλέγονται πύρινα οι σκέψεις.
Τα υπόλοιπα απορροφώνται απ’ το δέρμα σου για μια δεύτερη βόλτα, ίσως τρίτη και τέταρτη.

Είναι σπάνιες πια οι φορές που έχεις χρόνο για δάκρυα. Και κείνα δύσκολα έρχονται. Περιμένουν τη δική σου παράκληση για να πεις μετά κάτι μπήκε το μάτι σου και να κρύψεις πως κάτι βγήκε από την ψυχή σου.

«Συνεσταλμένα δάκρυα που με αργό βήμα πλησιάζετε τις πύλες των ματιών, μη διστάσετε να κυλήσετε άηχα, αποτυπώστε τα σχήματα, εισχωρήστε στο δέρμα, χαρακώστε στο διάβα σας, αφεθείτε στην έλξη, μη στριμώχνεστε στα τοιχώματα, κινδυνεύει της ψυχής μου το αόρατο φράγμα».

Προηγούμενο άρθροHate Street Dialogue – Sixto Diaz Rodriguez
Επόμενο άρθροΟ ποιητής Γιάννης Αγγελάκας στο «Σπίτι της Λογοτεχνίας»
ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΔΥΛΗ
Ζω σε μια πόλη με θάλασσα, κατάγομαι από μια πόλη με λίμνη. Παντού νερό… Εγώ όμως δηλώνω της γης επειδή δεν μπορώ να δηλώσω αερικό. Γράφω συνέχεια ακόμα κι όταν δεν κρατώ στυλό, ακόμα κι όταν μου λείπει το χαρτί εγώ γράφω. Καταγράφω είναι μάλλον η σωστή λέξη. Επίμονα, επίπονα καταγράφω συναισθήματα: Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρώ. Έκρυψα σε ένα βιβλίο τις πρώτες καταγραφές, για να μην τις χάσω. Πλυμένα Λάβαρα και γω υπογράφοντας συγγραφέας του, ταυτόχρονα υποσχέθηκα να συνεχίσω -χωρίς στυλό χωρίς χαρτί- να ψάχνω συναισθήματα : Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρω. Πιστεύω στον καλύτερο μας εαυτό όμως δε με ξαφνιάζει και ο χειρότερος. Ονειροβατώ με ρεαλιστικό τρόπο κι έτσι στριμώχνω μια δική μου ανεπίσημη πραγματικότητα μέσα στην άλλη. Την επίσημη. Αγαπώ τις αυθόρμητες πράξεις, απεχθάνομαι τις σκόπιμες απραξίες. Θυμάμαι το χθες, περιμένω το αύριο, ζω το τώρα.