Κοινοποιησεις

Photo credits: Χρήστος Διαμάντης “ΣΚΕΤΟ JACK”

Τώρα που είναι στη μόδα οι κρίκοι, ωραία αφορμή για να ‘σαι αδύναμος. Kι oι κτητικές αντωνυμίες που αποκόβουμε στα μηνύματα, είναι άλλοτε τεχνολογία κι άλλοτε συνειδητοποίηση. Ύστερα, τ’ ατελέσφορα πάνω κάτω σε δρόμους, αποβάθρες, κρεβάτια, ραντεβού, εγκεφάλους, τα πέρα δώθε του δεκάω/ό/ρου, της σκάλας που χυλοπιτά από ρομποτική βιασύνη τ’ ασανσέρ, των ανοιχτών λογαριασμών, των επισκέψεων στη μαμά, του γυρισμού στο σπίτι, του ποντικιού στον υπολoγιστή, της γάτας που ουρλιάζουμε παρέα στον κάδο, των νευροκαβαλικέματων του λεπτοδείχτη στ’ αριθμητικά ψηφία. Όλα τους, χιλιομετρικές αφορμές που ρίχνουν στάχτη στα μάτια για να δικαιολογήσουν τα κιλά κι όχι την αισιοδοξία που χάνεις.

Χρονιές που χαρίζουν το όνομά τους στα κρασιά, γιατί άμα ήταν πράγματι καλές δεν θα λησμονιόνταν υπό την ευγενική αρωγή της αιθανόλης. ο χρόνος τρέχει, σπεύδει, είναι εκείνο το έξυπνο λογοπαίγνιο του Χριστιανόπουλου που παίζει με το -λ και το -ν. (”με γέρασες, με γέλασες”). Όχι, δεν είναι ο καλύτερος γιατρός. Είναι όλοι εμείς που αρρωσταίνουμε καθημερινά σ’ ένα βαγόνι χριστοπαναγίζοντας άμα περιμένουμε άλλα δύο, τα στενά όρια, το άγχος να προλάβεις τη χριστοπαναγία του αφεντικού, οι εκσφενδονιστικοί ρυθμοί των βαγονιών, ο ίλιγγος των σκέψεων που προσκρούουν με εκτροχιαστική (συμ)φορά πάνω στο μηνίγγι, ο μισθός που τελειώνει πιο γρήγορα από τον καφέ, οι άσπρες τρίχες που μας δημιουργούν τα δευτερόλεπτα κι οι ξέγνοιαστοι μουσικοί απ’ έξω στο μετρό που υπάρχουν για να μας τις βάφουν.

Έχουν υπάρξει φορές που ορεγόμουν την πόρτα να με τεμαχίζει, καθώς κλεινόμουνα, η μισή μαζί με τον ρομποτικό συρφετό που πηγαίνει στη δουλειά κι η άλλη μισή να το σκάει για ελευθεριά απ’ έξω. Προχθές, που γύρναγα με το νυχτερινό από τη δεύτερη δουλειά, όχι εκείνη που δεν με βγάζει μέχρι το μπακάλικο, ένα ξανθό αγόρι έτρεχε να προλάβει το αστικό. Δεν διέθετε τίποτα το μελαμψό, όσοι τον είδαμε στοιχηματίσαμε στην φορεμένη ανημπόρια, μέχρι να φτάσουμε Σύνταγμα θα εξαργυρώναμε το ποσό, και να σου, ο νεαρός που θα μπορούσε να ‘ναι εγγονός που Δημήτρη Χορν αφού ξεγέλασαν τον χρόνο, στην πρώτη θέση μετά την πόρτα ανάμεσά μας. Άνοιξη είναι η γριά που τρέχει να προλάβει το λεωφορείο και καλοκαίρι ο νέος που το προλαβαίνει. κι ας έχουμε τέλη Δεκέμβρη. σε κάθε τέλος δε σφηνώνεται μια αρχή; Σε πονάμε κι εμείς κάπου κάπου γεροχρόνε.

Μια απογοητευμένη κυρία με δάκρυα στα μάτια , ζητάει απ’ τους καλοσυνάτους Αιγυπτίους που ετοιμάζουν το πολυταϊσμένο πρόσφορο (άκα φαλάφελ), να τη βοηθήσουν να βρει τους τύπους που της κλέψανε λάπτοπ και τσάντα. Εκείνος παρατάει την κουζίνα, τη βοηθά όσο μπορεί, παραβλέποντας γενναιόδωρα, την έμμεση προσβολή της για πιθανές σχέσεις με τις ληστρικές συμμορίες της περιοχής λόγω αλλοδαπής εθνικότητας. Δε βρήκαν άκρη. Κι εγώ σε μια άλλη, σκεφτόμαι την αφύπνιζουσα σχετικότητα των πραγμάτων που αλλάζουν χέρια ανά τη στιγμή. Πάλι ο χρόνος. Τώρα το λάπτοπ της το θέλγουν άλλες αφές. Τώρα το κινητό της θα καλέσει καινούριες επαφές. Τώρα κλείνει ένας κύκλος δαχτυλικών αποτυπωμάτων κι εκκινείται ένας άλλος. Δεν ξέρω αν τελικά έχουμε κλοπή, πεπρωμένο, ή μοίρα. Ξέρω, όμως, ότι όλα αλλάζουν χέρια καθημερινά και πως τη νύχτα παραβγαίνουν οι συναγερμοί με τις τσιρίδες μας. Στην Πατησίων με βήματα γοργά για να μη μας πλακώσει η πόρτα, στη Βουλιαγμένης χωρίς μπρατσάκια, στην πλατεία Βάθης να πνιγόμαστε απ’ τις σκέψεις, στην Ομόνοια για ανακωχή. Ο κυριότερος λόγος που αγαπώ τους δρόμους της Αθήνας είναι η ετυμόλογη κυριολεξία που φέρουν κι επειδή κανείς δε θα γυρίσει να σε ρωτήσει γιατί ουρλιάζεις.

Αλλάζουν, τα πάντα αλλάζουν. ηλεκτρονικό τσιγάρο, ηλεκτρονικό εισιτήριο, ηλεκτρονικές ανασφάλειες, ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί. Σωμένες αφές πάνω σε λαβές, ποδηγετούμενοι από την βασιλεία του κινητού, αφού ο Γερμανός εξαφάνισε τη σπιτική γαμησιάτικη αφή, ξοδεύουμε αλόγιστες ποσότητες σάλιου κι αφής σε χαρτάκια και φιλτράκια, χωρίς έρωτα,μεταμοντέρνοι καπνισταί από αμηχανία που μας άφησαν και πήγαν τουαλέτα, αφού δεν έχουμε πού να παρκάρουμε τα χέρια στα μπαρ. 2018 ρε φίλε και δεν έχουμε τι να κάνουμε τα δάχτυλά μας στα μπαρ.

Κι έτσι βγαίνεις πυρωμένος από τα μπαρ της πόλης το καταχείμωνο, σκερεύοντας άλλο πάγκο γιατί εκεί σου τελειώσαν οι ιστορίες εκείνων που πίνουν μόνοι, το γαμημένο ποδοβολητό σου να προλάβεις το τελευταίο μετρό λες και δεν είσαι ενήλικας, πάλι. ο χρόνος πάλι.

Η πόλη έρημη, οι άστεγοι έχουν κοιμηθεί για τα καλά, θα είναι πρωτεύουσα αύριο πάλι. καθώς κατηφορίζω, με πιάνει το μητρικό. Έχουν ξεσκεπαστεί. σκέφτομαι γρήγορα πως αν τους ακουμπήσω, θα φοβηθούν. Έχουν ξεμάθει να πιστεύουν στους ανθρώπους. Κι οι σχέσεις επί σχέσεων, όταν διαιρεθούν με τις χρονιά θα σου δώσουν τη σχάση. Κοίτα πόσο γρήγορα ξέκοψα το μητρικό και φέτος.

Μεγαλώνουμε, μεγαλώνουμε, κι εγώ τώρα τρέχω να αναστείλλω τα τριάντα σκουπίζοντας τη μύξα στο μανίκι.

 

Προηγούμενο άρθροΟ ευγενής πωλητής βιβλίων
Επόμενο άρθροΤηλεγράφημα #2
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΤΣΑΔΟΥΡΗ
σαρκοφάγα ενεργητικοπαθητική προδιάθεση για αρπαχτές με λέξεις. χωρίς αγκαλιά. ανιάτως πάσχουσα από χρόνιο σεξισμό για την πάρτι τους. εντοσθιώνω ψαχουλευτικά ανθρωπάρια, παπάρια, στιγμές, στυγνές, ψαχουδουλεύοντας χωρίς τακτ οισοφάγους και στομάχια. μεγάλωσα σε χωριό. πιστεύω στο μάτην