Κοινοποιησεις

Σκίτσο: ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΖΟΛΩΤΑ – “ΠΑΡΤΕΡΙ”

οι βραδυνές βάρδιες γεννήθηκαν για εκείνους που ‘ναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους. όχι την πρώτη, εκείνη που σπούδασαν και δε τους φτάνει να πληρώσουν το μπακάλικο. την άλλη, την δεύτερη, την τρίτη, αυτή που αιματώνουν για να τους εξασφαλίσει ένα μωβ.

οι βραδυνές βράδυες, το απευχόν (α)διέξοδο του επαγγελματικού προσανατολισμού μετά το λύκειο, κι ύστερα απευκταίον μονοπάτι γονικού παροξυσμού μετά το πανεπιστήμιο, σε φιλοδωρεί ανελέητα μετά τις 2:00. όχι, δε μιλώ για τα ευρώ του μπουρμπουάρ που στριμώχνονται στο σφηνοπότηρο κι αν είναι καλή η βραδιά νοικιάζουν ποτήρι μπίρας.

ένα ζευγάρι καβαλιόταν ανενδύαστα στον πάγκο, μέχρι να κρούσει ενοχλητικά το καμπανάκι τ’ αφεντικό. δεν τον άκουσαν. συνεχίσανε. πώς τα σκατώσανε έτσι τα ποδοσφαιρικά, αυτή είναι τίμια νίκη.

όταν δεν εξυπηρετώ, διαβάζω τους διαβάτες που έχουν απομείνει στους δρόμους. αγαπάω τους ψυχωτικούς που τυλίγουνε νευρωτικά το κασκόλ τους γύρω από το λαιμό, φοβούνται να τ’ αποφασίσουνε κι ύστερα έρχονται οι δειλοί και πίνουνε. ω, εσύ, οξύμωρο πύρωμα του χειμώνα απ’ το αλκοόλ καθώς ποδοβολείς τα μπαρ της πόλης.

απέναντι, στο κρεοπωλείο, εκείνοι με τις άσπρες φορεσιές, τα κοκκινάδια από αίμα κι όχι από κραγιόν, ξεφορτώνουν σφαγιασμένες σάρκες. πόσες σφαγιασμένες σάρκες ξημερώματα κυριακής υπάρχουν σε κάθε σπίτι; πόσοι φανταστικοί κύριοι μ’ άσπρες ποδιές προσπαθούν να τις ηρεμήσουν. οι χασάπηδες την νύχτα αποτυπώνουν κι οπτικοποιούν το μέγεθος του πόνου. του πόνου της νύχτας.  στο ερυθρόλευκο πιτσίλωμα της ποδιάς που θέλγει το μάτι όταν σου τελειώνουν οι περαστικοί, άκουσα όλων μας τις φωνές που τρελαθήκανε από πόνο τη νύχτα. τώρα, όμως, μπέρδεψα τους κυρίους με τις άσπρες ποδιές. η σαθρή επήρεια του οκταώρου, βλέπετε.

η πόλη έρημη, οι άστεγοι έχουν κοιμηθεί για τα καλά, θα είναι πρωτεύουσα αύριο πάλι. καθώς κατηφορίζω, με πιάνει το μητρικό. έχουν ξεσκεπαστεί. σκέφτομαι γρήγορα πως αν τους ακουμπήσω, θα φοβηθούν. έχουν ξεμάθει να πιστεύουν στους ανθρώπους.

το μόνο μόνο θετικό απ’ το δρομολόγιο του ΟΑΣΑ τη νύχτα, το κερδοφόρο μουντ θηράματος που ψάχνει επιβήτορα στην πιάτσα.

ενώ περιμένω, τρία στα τρία διαφορετικά ζευγάρια, διέκοπταν την εκνευριστική φασαρία του δήμου που καθαρίζει τα πεζοδρόμια, με τον ίδιο τρόπο. πάντα όταν βλέπω τσακωμό φαντάζομαι ηδύπαθα τις τάβλες του κρεβατιού μαζί με τον τρόπο που θα εξανίσταται και θα καταλαγιάζει ο θυμός των ματιών σε κάθε διείσδυση.

το λεωφορείο  περνά σε μισή. φλερτάρω με την ιδέα να πάρω ταξί. οι μουσικές στ’ άδειο δερμάτινο σαλόνι το βράδυ, μου πιάνουν το μπούτι. τώρα θα του ζητήσω εγώ ΣΥΓΝΝΩΜΗ. ο ταρίφας έχει μουσική, κι εγώ καμιά φορά, την φλώρα ανάγκη να νιώσω πρωταγωνιστής, που, ενώ πονά και παίρνει τους δρόμους, θα σταματήσει κάποια στιγμή να γυρίζει και να πονάει.