Κοινοποιησεις

Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα
ανακάλυψε πως
μαζί της δεν έσερνε μόνο
τον στίχο της Βάρκιζας
αλλά και λίγην άμμο
που ‘τριζε σιγά, σιγά
μες στον ποδόγυρο
ενός φουστανιού
γι’ αυτό λέει
πάντα ακούω το άγχος
εκείνης της ώρας
που όλα θρυμματίστηκαν
κι έγιναν ένα
με την αμμουδιά
σάπια και άχρηστη
είμαι εδώ μόνη
πάνω στα τελευταία
συντρίμμια  ζωής που ξέρω
η πίκρα μου η θλίψη
πλέουνε συνεχώς
κατά τη θάλασσα
σαν τα ψόφια ψάρια
που κατηφορίζει ο Σηκουάνας
Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα
θέλεις να βγεις
έλα ανοίγω την πόρτα
φύγε και συ
δε χωράνε πια τα ψέμματα