Κοινοποιησεις
Δεν είχαν τίποτα κοινό οι δύο τους. Εκείνη ανήκε στους Λευκούς
και ήταν αυτοεξόριστη, λεπτή κι εκλεπτυσμένη, μεγαλωμένη με την
ποίηση του Πούσκιν και του Τιούτσεφ, δεν μπορούσε να καταλάβει
την αψιά ποίηση, τους οργισμένους στίχους του Μαγιακόβσκι, του
ορμητικού «παγοθραυστικού» της νεαρής σοβιετικής ποίησης.
 
Γενικά, δεν μπορούσε να αποδεχτεί ούτε τα λόγια που της έλεγε στη
σύντομη κοινή ζωής τους. Οργισμένος, παρορμητικός, πάντα κόντρα
όχι μόνο στο ρεύμα μα σε όλα, άνθρωπος που ζούσε σαν να μην υπάρχει
αύριο, ο Μαγιακόβσκι τρόμαζε την Τατιάνα με το ασυγκράτητο πάθος του.
Δεν την συγκινούσε ούτε η σκυλίσια του αφοσίωση, δεν την γοήτευε η
δόξα και η φήμη του. Η καρδιά της παρέμεινε αδιάφορη απέναντί του. Ο
Μαγιακόβσκι γύρισε μόνος του στην Μόσχα, καθώς αρνήθηκε να τον ακολουθήσει.
 
Από αυτόν τον έρωτα απέμεινε η πίκρα και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου
στον Μαγιακόβσκι.
Σ’ εκείνη απέμειναν τα λουλούδια.
 
Ο Μαγιακόβσκι κατέθεσε όλα τα έσοδα που είχε από τις εμφανίσεις του
στο Παρίσι σε μια τράπεζα, στο λογαριασμό ενός γνωστού ανθοπωλείου
με την εντολή, κάθε βδομάδα 2 – 3 φορές να παραδίδουν στη Τατιάνα
ανθοδέσμες από ασυνήθιστα λουλούδια, ορτανσίες, μαύρες τουλίπες,
ορχιδέες και χρυσάνθεμα. Το ανθοπωλείο με ευλάβεια ακολούθησε τις
εντολές του Μαγιακόβσκι και κάθε φορά έστελνε πανέμορφα μπουκέτα
λουλουδιών. Ο άνθρωπος που τα παρέδιδε, κάθε φορά μπροστά στην πόρτα,
παραδίδοντας τα λουλούδια έλεγε «Από τον Μαγιακόβσκι».
 
Το 1930 ο Μαγιακόβσκι αυτοκτόνησε. Η είδηση τη συγκλόνισε, κόντεψε
να καταρρεύσει. Είχε πια συνηθίσει τις απρόσμενες εισβολές στη ζωή της,
ήξερε πως παρόλο που ήταν μακριά της, έστελνε λουλούδια. Δεν έβλεπαν
ο ένας τον άλλο, μα και μόνο το ότι γνώριζε πως κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος
που την αγαπάει τόσο πολύ, ήταν καθοριστικός παράγοντας στη ζωή της.
Δεν ήξερε πια πως θα ζήσει, χωρίς αυτόν τον γεμάτο τρέλα έρωτα, ενσαρκωμένο
στα λουλούδια.
 
Μόνο που η εντολή που είχε λάβει το ανθοπωλείο, δεν ανέφερε τίποτα σχετικά
με το τι θα πρέπει να κάνει στην περίπτωση θανάτου του ποιητή. Έτσι, την επομένη
του αγγέλματος του θανάτου του, η πόρτα χτύπησε κι ακούστηκε πάλι η φράση
«Από τον Μαγιακόβσκι».
 
Τα λουλούδια συνέχισαν να έρχονται κατά τη δεκαετία του ’30 όταν πια εκείνος
είχε πεθάνει, αλλά και το 1940 όταν πια τον είχαν λησμονήσει στη Ρωσία. Στα
χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, ο Τατιάνα κατάφερε να επιβιώσει πουλώντας
στο δρόμο τα λουλούδια που συνέχισαν να έρχονται. Χάρη στις λέξεις «σ’ αγαπώ»
που εξέφραζαν αυτά τα λουλούδια, σώθηκε από την πείνα.
 
Ήρθε η απελευθέρωση. Οι Ρώσοι μπήκαν στο Βερολίνο. Οι ανθοδέσμες συνέχιζαν
να έρχονται. Έβλεπε τους ανθρώπους που έφερναν τα λουλούδια να γερνούν και
να συνταξιοδοτούνται. Οι νεότεροι που αναλάμβαναν αυτή την αποστολή, ήξεραν
πια πως βλέπουν ένα ζωντανό θρύλο και πάντα χαμογελώντας συνωμοτικά έλεγαν
με σοβαρότητα «Από τον Μαγιακόβσκι».
 
Η ιστορία αυτή κυκλοφορούσε σε διάφορους κύκλους της ρωσικής διασποράς, αλλά
και της σοβιετικής διανόησης επί δεκαετίες. Έτσι όταν ο μηχανικός Αρκάντι Ρίβλιν
βρέθηκε στο Παρίσι, θέλησε να επιβεβαιώσει την ιστορία που είχε ακούσει από την
μητέρα του.
 
Η Τατιάνα Γιάκοβλεβα ζούσε και δέχτηκε με χαρά τον συμπατριώτη της ένα απόγευμα. Συζητούσαν για ώρα πολλή πίνοντας τσάι.
 
Το μικρό άνετο σπίτι της ήταν γεμάτο λουλούδια. Ο νεαρός μηχανικός δεν ένιωθε
άνετα να ρωτήσει τη Τατιάνα αν ισχύουν όλα όσα λέγονται σχετικά με τον έρωτα
της νιότης της. Βασανίστηκε πολύ μέσα του, μα στο τέλος δεν άντεξε και την ρώτησε
αν είναι αλήθεια πως τα λουλούδια του Μαγιακόβσκι της έσωσαν τη ζωή κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μήπως ήταν ένας ακόμη αστικός μύθος; Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει
αυτό τόσα χρόνια;
 
Η Τατιάνα του απάντησε: Πιείτε το τσάι σας, με την ησυχία σας. Δεν πιστεύω να βιάζεστε;
 
Λίγες στιγμές αργότερα χτύπησε το κουδούνι. Η Τατιάνα άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισε μία μεγάλη ανθοδέσμη ιαπωνικών χρυσανθέμων. Ένας νεαρός άντρας είπε με σοβαρή φωνή: «Από τον Μαγιακόβσκι».