Κοινοποιησεις

Από την Villy Calliga

ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

Vivian Maier : Φωτογραφική ιδιοφυία με στολή γκουβερνάντας.

Το 2009 ένας νεαρός, ο John Maloof, έδωσε σε μια δημοπρασία περίπου 300 δολάρια για μια κούτα που είχε μέσα 100.000 αρνητικά, 2.000 ρολά ασπρόμαυρου φιλμ και 700 ρολά έγχρωμου. Μένοντας έκπληκτος από τις φωτογραφίες που αντίκρισε, μια καταγραφή της καθημερινής ζωής σε Σικάγο και Νέα Υόρκη τις δεκαετίες ᾽50- ’60 , ψηφιοποίησε κάποιες και τις ανέβασε στο μπλόγκ του.

Και κάπως έτσι κοινό και κριτικοί τέχνης ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο μιας νταντάς που πίσω από τη στολή της έκρυβε μια ιδιοφυή φωτογράφο. Της Vivian Maier.

Μιας εξερευνήτριας της ανθρώπινης φύσης που όταν την ρωτούσαν με τι ασχολείται, απαντούσε : “Είμαι κάποιου είδους κατάσκοπος”.

Εκκεντρική, απόλυτα μοναχική, αινιγματική, σχεδόν αλλόκοτη, απέκρυπτε από όλους το ότι φωτογράφιζε. Έδινε τα φιλμ της για εκτύπωση με το ψευδώνυμο V. Smith, απέφευγε τις στενές φιλίες, δεν απέκτησε ποτέ οικογένεια, στα σπίτια που εργαζόταν ως νταντά ζητούσε να έχει κλειδαριά η πόρτα, οι εργοδότες της ήξεραν ελάχιστα για αυτήν καθώς δεν μιλούσε ποτέ για την προσωπική της ζωή και δεν ήθελε να της κάνουν αδιάκριτες ερωτήσεις. Οι λίγοι που την γνώριζαν την περιέγραφαν ως “εξαιρετικά ευφυή, ιδιαίτερη, ένα πνεύμα ελεύθερο”.

Οι ελάχιστες και διάσπαρτες πληροφορίες για τη ζωή της παρουσιάστηκαν το 2013 από τον Maloof στο ντοκιμαντέρ “Finding Vivian Maier”, σε σκηνοθεσία δική του και του Charlie Siskel.

Η Maier, υπήρξε το παιδί μιας δυστυχισμένης οικογένειας. Ο αλκοολισμός του πατέρα της, η σχιζοφρένεια και η εξάρτηση από τα ναρκωτικά του αδερφού της, το διαζύγιο των γονιών της, η μετακόμιση και συγκατοίκηση της ίδιας και της μητέρας της με τη φωτογράφο Jeanne Bertrand, ήταν κομμάτια της ζωής της που απέκρυπτε επιμελώς και δεν θα είχαν έρθει ποτέ στην επιφάνεια εάν η Ann Mark μια συνταξιούχος επιχειρηματίας δεν είχε αρχίσει να ψάχνει περισσότερα στοιχεία για τη ζωή της μυστηριώδους νταντάς – φωτογράφου με τη βοήθεια αυτών που είχαν ήδη ασχοληθεί για να συγκεντρώσουν το έργο της, του John Maloof και του Jeffrey Gοldstaein.

Η επαφή της Maier με τη φωτογραφία ξεκινάει στα νεανικά της χρόνια με τη βοήθεια μιας Kontac Brownie. Το ποσό που κληρονομεί μετά το θάνατο της γιαγιάς της, της εξασφαλίζει επιτέλους την πολυπόθητη ακριβή Rolleiflex και από τη στιγμή που κρεμάει το λουρί της κάμερας στο λαιμό της ξεκινάει συνειδητά το φωτογραφικό της ταξίδι. Εργάζεται σαν γκουβερνάντα σε εύπορες οικογένειες και στον ελεύθερο χρόνο της καταγράφει την καθημερινότητα στη Νέα Υόρκη. Ταξιδεύει, μόνη πάντα, και φωτογραφίζει στον Καναδά, στην Καραϊβική, στην Ευρώπη, στην Νότια Αμερική, στην Ασία και την Μέση Ανατολή. Δεν την ενδιαφέρει να δείξει ή να παρουσιάσει τις φωτογραφίες της. Μερικές φορές δεν την ενδιαφέρει να τις εκτυπώσει άλλες φορές δεν έχει την οικονομική δυνατότητα.

Δημιουργεί αυτοπορτραίτα, καταγράφει πρόσωπα παιδικά αλλά και παράξενα, ανοίκεια, την τραβούν οι άνθρωποι που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας. Φωτογραφίζει ασπρόμαυρα αλλά πειραματίζεται και με το έγχρωμο φιλμ, προσεγγίζοντας το χρώμα αφαιρετικά. Στις φωτογραφίες της συνυπάρχει η τρυφερότητα με την παράδοξη ευθύτητα. Ο δικός της, ιδιαίτερος τρόπος να αποκρυπτογραφεί τον κόσμο, μέσα από το φακό της.

Κλειδώνει τις φωτογραφίες της σε ντουλάπια και όταν λόγω οικονομικής αδυναμίας αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον χώρο που έμενε, το φωτογραφικό υλικό της μπαίνει σε κούτες και βγαίνει σε δημοπρασία. Πεθαίνει στα 82 της χρόνια, το 2009, σε οίκο ευγηρίας στη Νέα Υόρκη, μέσα σε απόλυτη φτώχεια, έχοντας φωτογραφίσει για 40 χρόνια με απόλυτη μυστικότητα.

Την ίδια χρονιά έρχεται στο φως η αριστουργηματική δουλειά της, δίνοντας της τη θέση που της άξιζε στην ιστορία της φωτογραφίας.

«Η Βίβιαν σαφώς και γνώριζε ότι ήταν μία μεγάλη καλλιτέχνιδα, αλλά προφανώς δεν την ενδιέφερε να το μοιραστεί αυτό με κανέναν, αφού ποτέ και για κανένα λόγο δεν είχε δείξει τις φωτογραφίες της σε κάποιον» λέει ο Charlie Siskel, ο οποίος συνυπογράφει το ντοκιμαντέρ για τη ζωή της μαζί με τον John Maloof. «Κοιτώντας τις φωτογραφίες της συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν άνθρωποι ξεχασμένοι στους οποίους οφείλουμε να δείξουμε προσοχή», συνεχίζει ο Siskel.

«Η ιστορία της Μάιερ κουβαλάει ένα μήνυμα. Η ιδέα ότι μπορεί ανάμεσά μας να βρίσκονται σπουδαίοι ανεξερεύνητοι καλλιτέχνες, είναι σπουδαία».