Μὲς ἀπό ‘να βιτρὸ μᾶς ἔδειξαν τὸν θάνατο.
Ὅ,τι προλάβαμε δικό μας τὸ καταθέσαμε στὸ στίχο:
κλεφτὲς ματιὲς ραγισματιὲς
παράτονο γέλιο μέσα στοὺς λυγμούς
χασμωδία ἀνάμεσα σὲ ἄψογους ἰάμβους.
Μὲ τὴ λίμα συνεχῶς στὴν τσέπη ἀκονισμένη
καθρεφτίζαμε τὸν ἴσκιο μας.