Κοινοποιησεις
Γιατί μια μέρα, καθώς ακούμπησα στην ξύλινη πόρτα ενός φράχτη, που έβγαζε σ’ ένα χωράφι, ο ρυθμός σταμάτησε, οι ρίμες που μουρμούριζα, η ποίηση και η μπουρδολογία, σταμάτησαν. Το μυαλό μου ξαφνικά καθάρισε. Είδα μέσα απ’ τα πυκνά φύλλα της συνήθειας. Ακουμπώντας στην πόρτα του φράχτη, λυπήθηκα για τόσα άχρηστα εν τέλει πράγματα, λυπήθηκα για όσα έμειναν απραγματοποίητα, λυπήθηκα για την αποξένωση, γιατί δεν μπορείς να πας στην άλλη άκρη του Λονδίνου να δεις ένα φίλο, γιατί δεν έχεις καιρό. Γιατί δεν μπορείς να πάρεις το καράβι για την Ινδία και να δεις εκεί γυμνούς άντρες να καμακώνουν ψάρια στα γαλάζια νερά. Είπα πως η ζωή μου δεν ήταν πλήρης, ήταν μια φράση αφημένη στη μέση. Ήταν αδύνατο για μένα, που παίρνω τσιγάρο από οποιονδήποτε πλασιέ τυχαίνει να συναντήσω στο τραίνο, να κρατήσω συνοχή και συνέχεια – εκείνη των γενεών, των γυναικών που κουβαλούνε κόκκινα σταμνιά στο Νείλο, του αηδονιού που κελαηδεί στις κατακτήσεις και τις αποδημίες. Ήταν τεράστιο το εγχείρημα, είπα, και πώς μπορώ πάντα να σηκώνω το πόδι για ν’ ανέβω τη σκάλα;