Κοινοποιησεις
 
Όταν νυχτώνει, είμαι η άσκοπη μετακίνηση σου στην πόλη.
Δεν έχω δείκτες παραγωγικότητας, δεν είμαι το φαρμακείο σου,
ίσως μονάχα καμιά φορά να είμαι ο σκύλος σου ή
σούπερ μάρκετ που διανυκτερεύει.
Έρχεσαι πού και πού κλεφτά να σε ταΐσω και ύστερα
επιστρέφεις στην καραντίνα ενός μαύρου παπουτσιού που ροχαλίζει.
Μα το θέλω, όταν νυχτώνει στην πόλη θέλω να είμαι
η άσκοπη μετακίνησή σου, να μην πρέπει να με δηλώσεις
στη μάνα σου, να είμαι κρυμμένο sms που να μην το
ξέρει το κράτος κι ο ασφαλίτης σου.
Να παραβιάζεις άδειες για μένα όπως το καλοκαίρι του ’98
που ο πατέρας μου υποκρίθηκε τον άρρωστο για να πάρει
το καράβι για τη Ζάκυνθο. Μην πάρεις καράβι. Μη διασπείρεις
το μολυσματικό μας τραύμα στον ωκεανό.
Να ντυθείς δέντρο ή γάτα ή φανοστάτης με καμένο λαμπτήρα
να μη φαίνεσαι.
Ξέρεις, κι εσύ όπως η κυβέρνηση, μαράζωσες την υγεία μου
μέσα σε ξένα κεφάλαια και τώρα μου ζητάς εγώ να
γίνω ατομική ευθύνη των κάποτε άσκοπων περιπολιών σου
στο δρόμο μου. Μα δεν πειράζει. Έλα κρυφά.
Μόνο μην κλάψεις πάνω μου. Λένε κολλάει με τα δάκρυα
αυτό που μας μολύνει.