Κοινοποιησεις

[ Άκου. Όσο αραιώνουν τα χρόνια αντί να πυκνώνουν, με στοιχειώνουν τα ίδια. Δε θέλω πολλά. Μονάχα κάτι που να ξεκινά από μόνο του σαν λογοτεχνία. Σαν κάτι σπίτια που τα βρίσκεις άδεια με στοίβες πακεταρισμένες εφημερίδες απ’ έξω, λες κάποιο έγκλημα θα έγινε εδώ, μια νέα ένδοξη συντριβή, ή ίσως ένα λαχείο για το Νότο. Η σαν μια πόρτα στη μέση του πουθενά που αλλάζει σώμα όταν την περάσεις. Δε θέλω που λες πολλά. Μονάχα μια δουλειά δική μας, που κάπως όλους να μας χωράει, να χωράει τη γυναίκα που έχτισαν για πάντα με μια σκούπα και το αγόρι που λαχταρούσε πάντα ένα μπαρ, να χωράει τα σκισμένα σου πτυχία και τα όνειρα των κοριτσιών των διπλανών γραφείων, πιο πολύ να χωράει εκείνα που δε χώρεσαν. Άκου. Όταν θα έρθεις θέλω να κρατάς στα χέρια σου ένα από κείνα τα εγκαταλελειμμένα που φωτογράφιζα, να μου αφήσεις τις σανίδες στα χέρια και θα σου το κάνω εγώ όπως πρέπει. Λαμαρίνα, λαμαρίνα θα το αναστενάξω.
Όταν τελειώσει να είναι λέει σαν τα παλιά τα γαλακτοπωλεία, ταμπέλα ξύλινη όπωσδηποτε, θα χώσουμε εκεί μέσα τα βιβλία μας και θα καθόμαστε απάνω, θα τα σερβίρουμε μαζί με τους καφέδες, δυο πράματα απλά, με τα χέρια μας. Και μη μου ξαναπείς “Κάνε δουλειά στη μηχανή”. Μόνο τη ραπτομηχανή εκείνη της γιαγιάς μου θα βάλω σε μιαν άκρην, την πρώτη νύχτα που θα ανοίξουμε θα την κάνω γραμμόφωνο. Θα παίζω Άκη Πάνου και Johhny Cash μετά.
Θα ‘ρθουν οι φίλοι μας και κείνο το σκυλί που κάθε νύχτα αλυχτάει στον ύπνο μας, κι αυτό μέσα, και το αδέσποτο το άλλο της γωνίας, θα το μάθουμε κι αυτό να αγαπιέται. Και τις γάτες μας να φέρεις, να μας δούνε, που μας πεθύμησαν μέσα στα χρόνια της απώλειας.
Όλους να τους φέρεις όσους αγαπήσαμε. Να γεμίσουμε φαντάσματα.
Να στοιχειώσουμε από ευτυχία. Να φοβηθούμε μια φορά που όλα μας αξίζουν και τώρα να εδώ κάπου χωρέσαμε.
Σε αυτή την παράγκα, των δικών μας γκρεμισμένων ονείρων ,τα πόδια σου να γίνουν το καταφύγιο που φθονώ.
Μια μέρα θα (σου) γράψω έξω απ΄τις αγκύλες]
.

(Φωτογραφία, σύνορα Ελλάδας με Βόρεια Μακεδονία, Γενάρης 2020)