Κοινοποιησεις
ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΝΑΣΟΥ | Γόνιμες μέρες 
ΝΟΥΒΕΛΑ | Εκδόσεις: Γκοβόστη.

.
Τι θ’ ανακαλύπταμε αν αποκτούσαμε πρόσβαση στην εποχή πριν από τα πέντε μας χρόνια;
Πώς θ’ αντιδρούσαμε αν ξυπνούσαμε ένα πρωί και μας είχε απομείνει μόνο η όσφρηση και η ακοή; Ποια νήματα θα μας παρακινούσαν να διεκδικήσουμε ξανά τη ζωή;

Ένας άντρας βρίσκεται αναίσθητος δίπλα σε έναν νεκρό. Χαρακτηρίζεται ως ύποπτος. Του χορηγείται φάρμακο ώστε να βγει από το κώμα και να δώσει κατάθεση. Θυμάται έναν άντρα αιμόφυρτο και έναν σκελετό βλοσυρό. Ξαφνικά, τον επισκέπτονται εικόνες από την περίοδο πριν απ’ τη μνήμη, πριν από τα πέντε του χρόνια. Εκεί, κυριαρχεί μια γυναίκα της οποίας αναζητά τη μορφή, ένα μυστικό που του κλέβει, τελικά, τη φωνή. Την ίδια ώρα, ακούει τους δικούς του να ομολογούν όσα έπρεπε να αγνοεί.
 
Έρχονται μέρες όπου οι άνθρωποι αναμετρώνται με τη θύμηση, τον χρόνο, το σώμα.
Μέρες όπου ο φόβος, η αγάπη, η ματαίωση, ο έρωτας συγκατοικούν τολμηρά.
Μέρες όπου ξαναγράφεται η προσωπική (και όχι μόνο) ιστορία.
Μέρες όπου, από τις χαραμάδες, «φυτρώνουν» νέα ξεκινήματα.
Κι από τα χαλάσματα ξεπηδάει η ελπίδα.

Γόνιμες μέρες.

Απόσπασμα:

ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΚΕΪΚ μεγαλύτερο, λίγο, τόσο δα, στο πιάτο του αδελφού μου… Πού βρίσκομαι; Ένα μήλο, λίγο, πολύ λίγο, μεγαλύτερο στα χέρια του κι ένα λουκούμι, τόσο λίγο, μεγαλύτερο που σφίγγει την καρδιά. Γιατί δεν ανοίγουν τα μάτια μου; Γιατί τα χείλη παραμένουν σφαλιστά; Μια μυρωδιά φτάνει τώρα στα ρουθούνια μου, μια οσμή από γάζα, απολυμαντικό και πέλμα, ένα χνάρι από αίμα. Ένα παράθυρο ανοίγει. Πέφτει φως σε μια χούφτα γεμάτη με φουντούκια. Δεν προφταίνω ποτέ να τα μετρήσω, ο αδελφός μου τα κάνει μια χαψιά και χώνεται μες στην αγκαλιά, σε μια αγκαλιά που διαρκεί πάντοτε λίγο περισσότερο, τόσο ανεπαίσθητα ώστε δεν…

«Μπαμπά… Μπαμπάκα μου…»

 

Με κατακλύζει το έντονο άρωμα της κόρης μου. Η παλάμη της χώνεται μέσα στη δική μου. Είναι υγρή και παγωμένη. Τι συνέβη; Κάνω απόπειρα να σφίξω το χέρι της, αλλά… Προσπαθώ να μετακινήσω τα πόδια, το κεφάλι, τον κορμό μου, όμως…

 

Στον νου μου έρχεται η τελευταία εικόνα προτού χάσω τις αισθήσεις. Κείτομαι στο πεζοδρόμιο. Δίπλα μου υπάρχει ένας νεκρός. Ένα ρυάκι από αίμα μάς ενώνει. Στο χέρι μου ξαποσταίνει ένα στιλέτο. Η λαβή του είναι καθαρή. Η λεπίδα είναι ματωμένη. Μια γυναίκα πλησιάζει. Ψηλαφίζει το κεφάλι μου. Σκύβει πάνω από τα χείλη μου. Μυρίζει άνοιξη, νεράντζι, γινωμένο γλυκό πορτοκάλι.

 

Κάπου κοντά μας, ένας άνθρωπος βογκάει. Κάπου μπροστά μας, ένα ζώο ξεψυχάει. Ήμασταν τρεις που ξεμυτίζαμε τις νύχτες, η «ομάδα ενωμένη σαν γροθιά». Ένας για όλους και όλοι για έναν! Πού είναι τώρα οι υπόλοιποι; Έξω φυσάει. Η ανάσα της κόρης μου βρωμάει. Ζητάει εκ νέου κάτι στο οποίο αδυνατώ να ανταποκριθώ. Η μητέρα μου δήλωνε ότι ήταν πάντα ακριβοδίκαιη, ότι τα έβγαζα όλα από το μυαλό μου: αγαπούσε και τα δύο της παιδιά απόλυτα το ίδιο.

 

«Δεν ήρθε, ακόμη, ο αδελφός σου;»

 

Η φωνή της γυναίκας μου επισκιάζει όλους τους ήχους. Η κόρη απομακρύνεται. Η μύτη μου, τα μπράτσα, τα ακροδάχτυλα αρχίζουν να κρυώνουν. Η σύζυγος τεντώνει μια κουρτίνα που βρίσκεται ακριβώς στα δεξιά. Βηματίζει πάνω-κάτω μες στον χώρο. Έτσι, συνηθίζει να κρίνει. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξωτερικεύει την αμηχανία της. Μ’ αυτόν τον τρόπο χαρτογραφώ τα σύνορα του τόπου όπου βρισκόμαστε. Ένα μικρό στενό κατάλυμα. Το όριό του, η κουρτίνα. Το υπόλοιπο δωμάτιο κατοικείται από ένα πλάσμα που βαριανασαίνει και ποιος ξέρει από τι άλλο. Στα αριστερά μου, υπάρχει ένα παράθυρο. Η κόρη κούρνιασε εκεί. Στα δεξιά μου, βρίσκεται ο δρόμος προς την ανακωχή. Όχι, δεν έχω «κάνει» φυλακή. Δεν έχω υπάρξει έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική. Δεν έχουμε μεγάλο σπίτι, δεν διαθέτουμε μεγάλο αυτοκίνητο, σκύλο, «κύκλο», τραπεζικό λογαριασμό. Κανείς από τους τρεις της «ομάδας ενωμένης σαν γροθιά» δεν είχε καταφέρει να επιτύχει το όνειρο του ρέοντος χρήματος, της κοινωνικής ανέλιξης, την αξία της σωτηρίας. Έτσι δεθήκαμε, λοιπόν: στις άδειες τσέπες, τα γεμάτα ποτήρια, τις μεγάλες ορέξεις, τα μικρά καπρίτσια, την επιλογή να μη ζητήσουμε βοήθεια. Ίσως, μαζί να προοδεύαμε (αυτό είχαμε πιστέψει), «όλοι μαζί μπορούμε» άλλωστε, όλοι μαζί… Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου εστί. Ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον σου, την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε…

 

«Μην πεις τίποτα! Είχε κίνηση!»

 

Η φωνή του γιου μου ακούγεται ασθμαίνουσα, σκληρή. Φιλιά ανταλλάσσονται τριγύρω. Ένα από αυτά προσγειώνεται ξαφνικά στο μέτωπό μου. Είναι ζεστό και απαλό, είμαι ευγνώμων. Η σύζυγος διακόπτει τον ρυθμικό βηματισμό. Ενημερώνει. Ο ήχος που βγαίνει από το στόμα της εμπεριέχει αγωνία, ανάμεικτη με τον στόμφο εκείνου που δεν σφάλλει, εκείνου που απλώς παρατηρεί. Η Αστυνομία διερευνά αν είμαι θύμα ή θύτης στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας στο βυτιοφόρο με τα φρούτα. Το εν λόγω περιστατικό συνδέεται με υπόθεση εξιχνίασης μεγάλης σπείρας λαθρεμπόρων. Βάσει Νόμου, οι γιατροί θα χορηγήσουν φάρμακο τελευταίας τεχνολογίας, το οποίο θα επιδράσει στους εγκεφαλικούς νευρώνες ώστε να θυμηθώ, να ξυπνήσω, να προχωρήσει η ανάκριση. Υπάρχει άλλος ένας μάρτυρας. Ως εκ τούτου, πρέπει να πραγματοποιηθεί αντιπαράθεση των καταθέσεων και εξακρίβωση των στοιχείων.

 

«Μα είναι σε κώμα τρεις ημέρες…»

 

Η φωνή της κόρης τρέμει. Προσπαθώ να εκδηλώσω μια κίνηση, να δείξω ότι είμαι παρών, ότι ακούω, καταλαβαίνω, συμμετέχω, αλλά… Μόνο τα ρουθούνια ανοιγοκλείνουν ανεπαίσθητα κι αυτά δεν τα προσέχουν.

 

«Θα γίνει καλά;»

 

Η γυναίκα μου ξαναρχίζει τον νευρικό βηματισμό.

 

«Πιστεύουν πως θα ξυπνήσει, βεβαιώνουν πως θα ζήσει, κρατάνε, όμως, επιφύλαξη ως προς το τι θα αφήσει πίσω του το χτύπημα».

 

Ένας στεναγμός ξετυλίγεται τριγύρω. Διακόπτεται από βήχα, κορναρίσματα, πτώση και σμίξιμο κλαδιών. Ο γιος μου πλησιάζει. Ευωδιάζει κολόνια ανάμεικτη με οσμή από αγώνα επιβίωσης, χτεσινοβραδινού σεξ, υπερκόπωσης. Είναι όμορφος ο κανακάρης μου κι η θυγατέρα μου, βεβαίως! Κοιτάξτε τους! Ψηλοί, ευθυτενείς, μελαχρινάκια… Μα τι λέω; Εδώ μπορώ να εκφράζω ακριβώς ό,τι σκέφτομαι και ό,τι πιστεύω. Τα παιδιά μου είναι μέτριας ομορφιάς και εξυπνάδας, η γυναίκα μου το ίδιο, ο αδελφός μου είναι χάλια σε όλα, εγώ είμαι εμφανίσιμος, ευφυής, χειροδύναμος… Απίθανο! Εδώ μπορώ να μεροληπτώ, να υποδύομαι, να υπερθεματίζω, να κωλυσιεργώ, να παθιάζομαι, να σκοράρω, να ασεβώ, να κομπάζω, να αδικώ χωρίς κανέναν έλεγχο. Είμαι ζωντανός ακόμη. Μπορώ να παλέψω. Μπορώ να νικήσω στον πόλεμο.

 

«Και τι δουλειά είχε εκεί μέσα στη νύχτα;» σχολιάζει ο υιός.

 

«Ας μη μιλήσω καλύτερα!» αποκρίνεται η σύζυγος.

 

«Καλά, δεν το ήξερες; Εδώ και καιρό, έκανε και νυχτερινές βάρδιες», συμπληρώνει η θυγατέρα.

 

«Ναι; Και για πες μου, τώρα… Πόσα λεφτά θα χρεια-στούν για δικηγόρους, φυσικοθεραπείες, νοσοκόμες; Αλήθεια, τι σκεφτόταν;»

 

Τελικά, δεν είναι γενναιόδωρος ο διάδοχός μου, τουλάχιστον όχι όπως ακούγεται. Πονάνε οι άντρες, ωρέ παλικάρι; Σας έδωσα ό,τι μπορούσα! Πες μου! Πονάνε οι άντρες; Όχι, οι άντρες αψηφάνε τον πόνο, αλλά κάνουνε λάθη κι όταν αποτυγχάνουν, το αναγνωρίζουν και ξεκινάνε από την αρχή! Για εσάς μπήκα στην «ομάδα» με τέτοια πυγμή. Για το «κάτι παραπάνω», που θα άλλαζε το πώς με αντιμετωπίζετε, ή πιο σωστά, το πώς αντιμετωπίζω εγώ τον εαυτό μου. Τα είπαμε… Ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε τον ίδιον τον πλησίον, με ή χωρίς σάλτσα.

 

«Κι αν είναι ένοχος; Αν έκανε τον φόνο;»

 

«Ωχ, Παναγίτσα μου! Θεός φυλάξει! Μη λες τέτοια, γιε μου, και σε ακούσει κανείς! Ορίστε, ζαλίζομαι…»

 

Έτσι, ελκύει τα παιδιά εκ νέου κοντά της, γύρω από τα αδύνατα σκέλια και τα εύοσμα χνώτα της, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι τα κλέβει από μένα, χωρίς να έχει παραβεί κάποιον κανόνα αποκτώντας μια αμυχή, μόνο εκπληρώνοντας την αρχική προοπτική, μόνο ρωτώντας. Κι έτσι, μένω εκ νέου αβοήθητος στο ολοκαίνουργιο ετούτο σκοτάδι να αναμετρώμαι με μια ταχυκαρδία, με τον εγκλεισμό και την ακινησία και με μια θλίψη στο στέρνο στυφή. Στην ουσία, υπάρχει μια θέση μνήμης κενή.

Θυμάμαι πώς ξεκίνησε εκείνη η νύχτα: είχαμε ραντεβού με τον έμπορο, θα του πουλούσαμε την εκλεκτότερη πραμάτεια των τελευταίων μηνών, θα αλλάζαμε κατηγορία με αυτή τη συναλλαγή, υπήρχε νέα ανθηρή προοπτική.

 

Θυμάμαι πώς τελείωσε εκείνη η νύχτα: με βρήκαν αναίσθητο δίπλα σ’ έναν νεκρό.

 

Όμως, δεν μπορώ να ανακαλέσω τα γεγονότα που μεσολάβησαν, υπάρχει ένας χώρος εντελώς απροσπέλαστος, μοιάζω σαν να εγκυμονώ: γνωρίζω ότι κουβαλάω το αποτύπωμα από το βίωμα, αλλά αδυνατώ να το αγγίξω, δεν μπορώ να το δω. Οι θύμησες είναι σαν τα παιδιά: παύεις να είσαι κύριος του εαυτού σου από όταν μπουν στη ζωή σου, ωστόσο, ποτέ δεν αγαπάς περισσότερο τον εαυτό σου από την ώρα που παίρνουν σάρκα και οστά. Ναι, θα μου δώσουν φάρμακο. Μπορώ να ησυχάσω. Η μηχανή είναι ενεργή, απλώς χρειάζεται φόρτιση. Αφού ο εγκέφαλός μου δουλεύει, όλα τα άλλα θα γίνουν: θα γεννήσω τα κομμάτια της μνήμης που κυοφορώ, θα συνθέσω την ιστορία από την αρχή έως το τέλος και θα αποκαλυφθώ. Έτσι, είναι: η μηχανή πρέπει να βοηθηθεί για να δώσει τη μάχη, ο μηχανισμός πρέπει να λαδωθεί, να λειανθεί και να σπάσει… Κρακ. Κλικ. Φλας. Λήψη. Ελάτε, για λίγο, μαζί. Μη με αφήνετε μόνο. Την ώρα που θα ανακαλώ, ίσως αγαπήσω, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τον εαυτό μου.

 

ΣΕΛΙΔΕΣ: 144 • ΣXHMA: 14×21 cm
ISBN: 978-960-606-171-4

 

Η Τζούλια Γκανάσου σπούδασε Πληροφορική στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου· Λογοτεχνία (ως υπότροφος) στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου· και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ε.Α.Π. Βιοπορίζεται από την πληροφορική. Κείμενά της δημοσιεύονται σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά.
.

Έργα της ιδίας:

  • Σε μαύρα πλήκτρα

(Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γκοβόστη 2006 – αποσπάσματα συμπεριλαμβάνονται στη συλλογική έκδοση του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου «Παγκοσμιουπόλεις»).

  • Ομφάλιος λώρος

(Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γκοβόστη 2011 – συμμετοχή στα: 4ο Διεθνές Φεστιβάλ στο Dasein, 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών της Αθήνας, 9ο Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών της Γλασκώβης).

  • Ως το τέλος

(Νουβέλα, Εκδόσεις Γκοβόστη 2013 – υποψήφιο για το «Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013» του λογοτεχνικού περιοδικού «Κλεψύδρα» και για το «Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2014»).

  • Γονυπετείς

(Νουβέλα, Εκδόσεις Γκοβόστη 2017, Γ΄ Έκδοση – «Βραβείο Αφηγήματος Μεσόγειος 2018» Πανεπιστήμιο του Έξιτερ και «Βραβείο Διηγήματος» Βραβεία Βιβλίου Public 2018).