Κοινοποιησεις
 
«Άκου» μου λέει
«έχεις δει ποτέ καβούρια σε κουβά;»
«Όχι» του λέω.
«Λοιπόν, άκου τί γίνεται.
Που και που κανα καβούρι
ανεβαίνει πάνω στ’άλλα
κι αρχίζει να σκαρφαλώνει
προς το χείλος του κουβά
και τότε
πάνω που είναι έτοιμο ν’αποδράσει
ένα άλλο καβούρι τ’αρπάζει
και το τραβάει προς τα κάτω.»
«έτσι, ε;» λέω.
«’ετσι» απαντάει.
«έτσι ακριβώς είναι κι αυτή η δουλειά.
κανένας δε θέλει να ξεφύγει ο διπλανός του
απο δω πέρα,
έτσι είναι τα πράγματα στις ταχυδρομικές υπηρεσίες».
«Σε πιστεύω» τον διαβεβαιώνω.
Εκείνη τη στιγμή
πλησιάζει ο προιστάμενος και λέει
«εσείς οι δύο μιλούσατε,
δεν επιτρέπεται να μιλάτε
στη διάρκεια της δουλειάς.»
Εργαζόμουν εκεί
εντεκάμισι χρόνια.
Σηκώθηκα απ’το σκαμνί μου
και του όρμησα
σαν το καβούρι
που σκαρφαλώνει στο χείλος του κουβά.
Ετσι, βγήκα απο κει μέσα.
Βεβαια
κανείς άλλος δε μ’ακολούθησε.
Κι ύστερα απ’αυτό
όποτε έτρωγα καβουροδαγκάνες
σκεφτόμουν εκείνο το μέρος.
Πρέπει να το σκέφτηκα 5-6 φορές
πριν το ρίξω στους αστακούς.