Κοινοποιησεις

Το ασθενοφόρο ήταν γεμάτο,
αλλά μου βρήκαν μια θέση στο πάνω χώρισμα και ξεκινήσαμε.
Ξερνούσα συνέχεια αίμα και φοβόμουν ότι θα λέρωνα
τον κόσμο από κάτω.
Προχωρούσαμε ακούγοντας τη σειρήνα.
Αντηχούσε μακρινή, σαν να μην έβγαινε ο ήχος
από το δικό μας ασθενοφόρο.
Προοριζόμασταν για το νοσοκομείο της κομητείας.
Φτωχοί.
Περιπτώσεις φιλανθρωπίας.
Από κάτι πάσχαμε όλοι μας, κάμποσοι δεν θα γυρνούσαν
ποτέ πίσω.
Το κοινό μας σημείο ήταν ότι όλοι είμαστε μπατίρια
κι ότι δεν μας είχαν απομείνει πολλές ευκαιρίες.
Στριμωγμένοι σαν σαρδέλες.
Ποτέ μου δεν πίστευα ότι ένα ασθενοφόρο μπορούσε να χωρέσει
τόσο κόσμο.
«Θεέ μου, αχ θεέ μου» άκουγα τη φωνή μιας μαύρης
κάτω από μένα «ποτέ δεν πίστευα ότι κάτι τέτοιο
θα συνέβαινε σε ΜΕΝΑ! Αυτό το πράγμα, θεέ μου…»
Εγώ δεν τα έβλεπα έτσι τα πράγματα.
Έπαιζα με το θάνατο κάμποσο καιρό.
Δεν λέω ότι είμαστε οι καλύτεροι φίλοι,
αλλά γνωριζόμασταν αρκετά.
Εκείνο το βράδυ πλησίασε περισσότερο.
Μ’ είχε κι άλλη φορά προειδοποιήσει:
κοφτεροί  πόνοι στο στομάχι που επέμενα να τους αγνοώ.
Νόμιζα πως ήμουν σκληρός άντρας και έπαιρνα τον πόνο
σαν κακή τύχη.
Δεν του έδινα σημασία.
Τον πότιζα ουίσκι και κοιτούσα  τη δουλειά μου.
Η δουλειά μου ήταν να μεθάω.
Το ουίσκι έφταιγε για όλα, έπρεπε να συνεχίσω μόνο με κρασί.

Το αίμα που βγαίνει απ’ τα σπλάχνα σου
δεν έχει εκείνο το κόκκινο ζωηρό χρώμα
που έχει το αίμα από ένα κόψιμο στο χέρι
ας πούμε.
Είναι σκοτεινό, μπλάβο, σχεδόν μαύρο, και βρωμάει.
Βρομάει χειρότερο κι από σκατά.
Όλο εκείνο το ζωογόνο υγρό βρομούσε χειρότερο κι από σκατά.
Ακόμα ένας σπασμός.
Ήταν σαν κανονικός εμετός – όταν έβγαζες το αίμα,
αισθανόσουν καλύτερα.
Αλλά δεν ήταν παρά ψευδαίσθηση… κάθε δόση ξερατού
σ΄έφερνε πιο κοντά στον μπαμπά θάνατο.
«Χριστέ μου, ποτέ δεν πίστευα…»
Το αίμα ανέβηκε και το κράτησα στο στόμα μου,
δεν ήξερα τι να κάνω.
Αν το ‘βγαζα από ‘κει πάνω που ήμουν θα λέρωνα
τα φιλαράκια μου κάτω.
Το κρατούσα λοιπόν και προσπαθούσα να σκεφτώ τι να κάνω.
Το ασθενοφόρο έστριψε και το αίμα άρχισε να τρέχει.
Ε, ο άνθρωπος πρέπει να κρατάει κάποια αξιοπρέπεια
ακόμα κι όταν πεθαίνει.
Συγκεντρώθηκα, έκλεισα τα μάτια μου και το κατάπια.
Αηδίασα.
Αλλά έλυσα το πρόβλημα.
Είχα μια ελπίδα να φτάσουμε γρήγορα πρίν μου ‘ρθει
κι άλλος σπασμός.
Αληθινά, δεν σκεφτόμουν τον θάνατο.
Η μόνη μου σκέψη ήταν: τρομερά ενοχλητικό΄
δεν ελέγχω πια ό,τι μου συμβαίνει.
Ήταν σαν να με στρίμωχναν στη γωνία.
Το ασθενοφόρο έφτασε και μετά βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι
και με ρωτούσαν: ποιο το θρήσκευμα μου, που γεννήθηκα,
χρωστούσα στο κράτος χρήματα από προηγούμενη διαμονή μου
σε νοσοκομείο;
Πότε γεννήθηκα, οι γονεις ζουν, παντρεμένος;
Ξέρετε, τα γνωστά.
Σου μιλούν σα να είσαι μια χαρά΄δεν κάνουν καν τον κόπο
να υποκριθούν ότι πεθαίνεις.
Κι ούτε που βιάζονται καθόλου, πράγμα που κάπως
σε ηρεμεί, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που το κάνουν,
απλώς βαριούνται και δεν δίνουν πεντάρα αν πεθαίνεις,
πετά ή κλάνεις, ψέματα, θα προτιμούσαν να μην κλάνεις.

Κατόπιν, με χώσαν σ’ έναν ασανσέρ που σταμάτησε σε κάτι
που έμοιαζε με σκοτεινό κελάρι.
Τσούλησαν το φορείο μου έξω.
Με έβαλαν σ’ ένα κρεβάτι και έφυγαν.
Κάποιος νοσοκόμος βρέθηκε ξαφνικά μπροστά μου
και μου έτεινε ένα μικρό χάπι, «πάρε αυτό» είπε.
Κατάπια το χάπι, μου ‘δωσε ένα ποτήρι νερό
και εξαφανίστηκε.
Πολύ καιρό ήρθαν να μου φερθούν με τόση ανθρωπιά.
Έγειρα πίσω κι άρχισα να προσέχω τα πέριξ,
οχτώ με με δέκα κρεβάτια, πιασμένα από αρσενικούς Αμερικανούς.
Καθένας είχε από μια κανάτα νερό
κι ένα ποτήρι στο κομοδίνο.
Τα σεντόνια φαίνονταν καθαρά.
Ήταν πολύ σκοτεινά κι έκανε κρύο εκεί μέσα.
Ο χώρος φωτιζόταν από ένα μικρό, γυμνό γλόμπο.
Δίπλα μου ξαπλωμένος ένας τεράστιος άντρας,
γέρος – περασμένα τα πενήντα – μα ήταν πελώριος.
Παρά το λίπος του, έδινε την αίσθηση μεγάλης δύναμης.
Ήταν δεμένος με λουριά στο κρεβάτι του.
Κοίταζε ίσια πάνω και μιλούσε στο ταβάνι.
«…κι ήταν τόσο καλό παιδί, ένα τόσο καθαρό
καλό παιδί, είχε ανάγκη τη δουλειά, έλεγε ότι
την ήθελε και είπα:
μ’ αρέσεις, αγόρι, χρειαζόμαστε έναν καλό μάγειρα,
έναν καλό τίμιο μάγειρα,
κι εγώ ξεχωρίζω  έναν τίμιο άνθρωπο,
παλικάρι μου, τον καλό χαρακτήρα εγώ τον βλέπω,
δούλεψε με μένα και τη γυναίκα μου και κονόμησες δουλειά
για όλη σου τη ζωή…» και είπε «Μάλιστα κύριε»,
έτσι ακριβώς το είπε και έμοιαζε χαρούμενος, και είπα:
Μάρθα, βρήκαμε έναν καλό παιδί, ένα καλό τίμιο παιδί΄
δεν πρόκειται να μου ξαφρίσει τον μπεζαχτά
όπως οι άλλοι οι βρωμιάρηδες.
Λοιπόν βγήκα έξω κι αγόρασα ένα σωρό κοτόπουλα,
πολλά κοτόπουλα.
Η Μάρθα ξέρει από κοτόπουλα,
πιάνει το χέρι της στα κοτόπουλα.
Ο Κολ Σάντερς δεν την φτάνει με τίποτα.
Πήγα κι αγόρασα είκοσι κοτόπουλα για το Σαββατοκύριακο.
Θα ήταν καλό Σαββατοκύριακο.
Είκοσι κοτόπουλα αγόρασα, θα τον ρημάζαμε τον Κολ Σάντερς.
Θα τον αφήναμε χωρίς δουλειά.
Ένα καλό Σαββατοκύριακο σου αφήνει διακόσια δολάρια καθαρά.
Το παιδί μέχρι που μας βοήθησε να τα κόψουμε,
το έκανε στην ελεύθερη ώρα του.
Η Μάρθα κι εγώ δεν είχαμε παιδιά.
Άρχισε να μ’ αρέσει πολύ αυτό το παλικάρι.
Η Μάρθα έφτιαξε στην κουζίνα τα κοτόπουλα,
τα ετοίμασε όλα… είχαμε κοτόπουλα μαγειρεμένα
με δεκαεννιά διαφορετικούς τρόπους,
τα κοτόπουλα βγαίναν ακόμα κι από τον κώλο μας.
Το μόνο που είχε να κάνει αυτό το παιδί ήταν
να ετοιμάσει τα μπιφτέκια και τις μπριζόλες.
Τα κοτόπουλα ήταν εντάξει.
Και μα το θεό ήταν ένα καλό Σαββατοκύριακο.
Παρασκευή βράδυ, Σάββατο και Κυριακή.
Το αγόρι δούλευε καλά, ήταν κι ευχάριστος τύπος.
Ήταν καλά να τον έχεις κοντά σου.
Έκανε αστεία.
Με φώναζε Κολ Σάντερς και τον φώναζα γιο.
Κολ Σάντερς και υιός, να τι είμαστε.
Όταν κλείσαμε την Κυριακή το βράδυ, νοιώθαμε ψόφιοι
από την κούραση αλλά ευτυχισμένοι.
Δεν είχε μείνει ούτε ένα κομμάτι κοτόπουλο.
Ήμαστε φουλ, ο κόσμος περίμενε στην ουρά για τραπέζι,
τέτοιο πράγμα δεν είχαν δει  τα μάτια μου.
Κλείδωσα την πόρτα, έβγαλα λίγο καλό ουίσκι
και ακθίσαμε – κουρασμένοι αλλά ευχαριστημένοι –
και πίναμε.
Το παιδί έπλυνε τα πιάτα και σκούπισε το πάτωμα.
Είπε: Λοιπόν, κύριε Κολ Σάντερς, τι ώρα να έρθω αύριο;»
«Του είπα να έρθει στις εξίμιση, πήρε το καπέλο του και έφυγε.
Να ένα πραγματικά καλό παιδί, Μάρθα, είπα,
και πήγα μετά στο ταμείο να μετρήσω τις εισπράξεις.
Το ταμείο ήταν ΑΔΕΙΟ!
Σωστά τ’ ακούσατε, το ταμείο ήταν ΑΔΕΙΟ!
Και τα λεφτά των δύο προηγούμενων ημερών στο κουτί από πούρα,
κι αυτά τα βρήκε.
Τόσο καλό παδί!…
Δεν καταλαβαίνω… του είπα ότι μαζί μου θα είχε δουλειά
για όλη του τη ζωή, έτσι του είπα.
Είκοσι κοτόπουλα,
Η Μάρθα ξέρει από κοτόπουλα…
Κι αυτό το παιδί, αυτή η κουράδα,
το ‘σκασε με τα λεφτά, το παιδί…»
Μετά άρχισε να ουρλιάζει.
Έχω ακούσει ουρλιαχτά και ουρλιαχτά στη ζωή μου,
αλλά ποτέ κάτι τέτοιο.
Ανασηκώθηκε μες στα λουριά του και ούρλιαζε.
Μου φάνηκαν ότι τα λουριά θα έσπαζαν.
Το κρεβάτι έτριζε, ο τοίχος ξανάφερε την κραυγή του
στ’ αυτιά μας.
Ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν σε φριχτή αγωνία.
Δεν ήταν σύντομο το ουρλιαχτό.
Συνεχιζόταν.
Μετά σταμάτησε.
Εμείς οι οχτώ – δέκα αμερικανοί αρσενικοί,
όλοι άρρωστοι, τεντωθήκαμε στα κρεβάτια μας
κι απολαμβάναμε τη σιωπή.
Κι άρχισε ξανά να μιλάει.
«Ήταν τόσο καλό παιδί, μου άρεσε η φάτσα του.
Όλη του τη ζωή θα θα έμενε μαζί μου αν ήθελε.
Έκανε ωραία αστεία, ήταν όμορφα να τον έχεις κοντά σου.
Πήγα κι αγόρασα είκοσι κοτόπουλα.
Είκοσι κτόπουλα.
Διακόσια δολάρια βγάζεις σ’ ένα Σαββατοκύριακο.
Το παιδί με φώναζε Κολ Σάντερς…»
Έσκυψα και ξέρασα αίμα στο πάτωμα.

Την άλλη μέρα ήρθε μια νοσοκόμα και μ’ έβαλε σ’ ένα φορείο.
Ξερνούσα ακόμα αίμα.
Αισθανόμουν μεγάλη αδυναμία.
Με κύλησε ως το ασανσέρ.
Ο τεχνικός στάθηκε πίσω από τη μηχανη του.
Σημάδεψαν ένα σημείοστην κοιλιά μου
και μου είπαν να σταθώ.
Ήμουν εξαντλημένος.
«Δεν μπορώ να σταθώ όρθιος, νιώθω μεγάλη αδυναμία»
είπα.
«Κάτσε ακίνητος» είπε ο τεχνικός.
«Δε νομίζω ότι μπορώ» είπα.
«Στάσου ακίνητος»
Αισθάνθηκα ότι έπεφτα προς τα πίσω.
«Πέφτω» είπα.
«Μην πέσεις» είπε.
«Ακίνητος» είπε η νοσοκόμα.
Έπεσα. Έπεσα σα να ήμουν λάστιχο.
Δεν το κατάλαβα πως βρέθηκα στο πάτωμα.
Αισθανόμουν πολύ ελαφρός.
Μάλλον θα ήμουν.
«Που να πάρει ο διάολος» είπε ο τεχνικός.
Η νοσοκόμα με σήκωσε και μ’ έστειλε μπρόςστο μηχάνημα.
«Δεν μπορώ να σταθώ» είπα
«Νομίζω ότι πεθαίνω. Δεν μπορώ να σταθώ».
«Ακίνητος» είπε ο τεχνικός «στάσου λίγο».
«Ακίνητος» είπε η νοσοκόμα.
Έπεσα, το αισθανόμουν ότι έπεφτα.
«Λυπάμαι» είπα.
«Άντε στο διάβολο» τσίριξε ο τεχνικός
«δύο φιλμ έχασα με σένα. Αυτά τα κωλοφίλμ στοιχίζουν»
«Λυπάμαι» είπα.
Η νοσοκόμα με σήκωσε και με ξανάβαλε στο φορείο.
Με πήγε ως το ασανσέρ σφυρίζοντας.
Με βγάλαν από το υπόγειο και με έβαλαν
σ’ ένα μεγάλο, μα πολύ μεγάλο δωμάτιο.
Σαράντα άνθρωποι περίπου πέθαναν εκεί μέσα.
Τα σύρματα των κουδουνιών ήταν κομμένα
και τεράστιες ξύλινες πόρτες,
χοντρές ξύλινες πόρτες με επίστρωση από λαμαρίνα,
μας απομόνωσαν από τους γιατρούς και τις νοσοκόμες.
Είχαν σηκώσει τα κάγκελα γύρω από το κρεβάτι μου
και μου είπαν να χρησιμοποιώ την πάπια,
αλλά δεν μου άρεσε καθόλου η πάπια,
ειδικά για να ξερνάω εκεί το αίμα μου,
και ακόμα περισσότερο να χέζω.
Αν κάποτε κάποιος εφεύρει ένα άνετο
και χρησιμοποιήσιμο καθοίκι,
θα έχει το μίσος γιατρών και νοσοκόμων για τον αιώνα
τον άπαντα και ακόμα παραπέρα.
Εξακολουθούσα να θέλω να χέζω,
αλλά δεν τα κατάφερνα.
Φυσικά, μου ‘διναν μόνο γάλα και το στομάχι μου
είχε ανοίξει στα δυο.
Έτσι δεν μπορούσα να στείλω πράμα στον κώλο μου.
Μια νοσοκόμα μου πρόσφερε σκληρό ψητό
με μισοψημένα καρότα και πατάτες πουρέ.
Αρνήθηκα.
Ήξερα ότι αυτό που ήθελαν ήταν ακόμα ένα άδειο κρεβάτι.
Παρ’ ‘όλα αυτά ήθελα ακόμα να χέσω.
Περίεργο.
Ήταν το δεύτερο ή το τρίτο βράδυ που περνούσα εκεί.
Ήμουν εξαντλημένος.
Κατάφερα να κατεβάσω τα κάγκελα
και να σηκωθώ από το κρεβάτι.
Έφτασα μέχρι τον απόπατο και κάθισα.
Σφίχτηκα.
Καθόμουν εκεί και σφιγγόμουν.
Τίποτα.
Μονάχα μια λιμνούλα αίμα.
Ύστερα το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει
και στηρλιχτηκα με το ένα μου χέρι στον τοίχο
και ξέρασα αίμα.
Τράβηξα το καζανάκι και βγήκα.
Ήμουν στα μισά όταν ξανανέβηκε το αίμα στο στόμα.
Έπεσα.
Ξέρασα πάλι αίμα στο πάτωμα.
Δεν ήξερα ότι οι άνθρωποι έχουν τόσο πολύ αίμα μέσα τους.
Ξέρασα κι άλλο.
«Μαλάκα» γάβγισε ένας γέρος από το κρεβάτι του
«Σκάσε πια να κοιμηθούμε».
«Συγνώμη, σύντροφε» είπα και λιποθύμησα.
Η νοσικόμα ήταν θυμωμένη, «Μπάσταρδε» είπε
«σου ‘πα να μην κατεβάσεις τα κάγκελα του κρεβατιού σου.
Βρομιάρηδες, μου αλλάξατε τον αδόξαστο βραδιάτικα».
«Το πράμα σου βρομάει» της είπα,
«Θα ‘πρεπε να ‘σαι σε μπορντέλο της Τιχουάνα».
Μ ‘άρπαξε από τα μαλλιά,
μου σήκωσε το κεφάλι και με χαστούκισε άγρια.
Δυο φορές.
«Πάρ  ‘το πίσω» εόπε «πάρ ‘το πίσω».
«Φλόρενς Νάιτινγκειλ, σ ‘αγαπώ είπα.
Μ ‘άφησε και βγήκε από το δωμάτιο.
Είχε φωτιά και ζωντάνια αυτή η κυρία’ μου άρεσε.
Κυλίστηκα στο αίμα μου λερώνοντας τη νυχτικιά μου.
Θα της έδειχνα εγώ.
Η Φλορένς Νάιτινγκέιλ ξανάρθε μαζί με μια άλλη
σαδίστρια, μ ‘έγαλαν σε μια καρέκλα
και τσούλησαν την καρέκλα προς το κρεβάτι μου.
«Πολύς θόρυβος, πολύς διαολεμένος θόρυβος»
είπε ο γέρος και είχε δίκιο.
Με βάλαν στο κρεβάτι κι η Φλόρενς σήκωσε τα κάγκελα
«Γιέ σκύλας» είπε «Κάτσε στ ‘αυγά σου
γιατί την επόμενη φορά θα σε λιανίσω».
«Κάνε μου μια πίπα» είπα.
«Κάνε μου μια πίπα πριν φύγεις».
Έμενε να με κοιτάζει.
Έχω πολύ τραγικό πρόσωπο.
Μερικές γυναίκες το γουστάρουν.
Τα μάτια της, μεγάλα και παθιάρικα,
ήταν στυλωμένα στα δικά μου.
Σήκωσα το σεντόνι και τράβηξα τη νυχτικιά προς τα πάνω.
Μ ‘έφτυσε στη μούρη και βγήκε.
Μετά ήρθε η διευθύνουσα…
«Κύριε Μπουκόφσι» είπε «δεν μπορούμε να σας δώσουμε αίμα.
Δεν έχετε αιμοδοτική πίστωση»,
Χαμογέλασε.
Με πληροφορούσε ότι θα μ’ άφηναν να πεθάνω.
«Εντάξει» είπα.
«Θέλετε να δείτε ιερέα΄»
«Γιατί;»
«Στην κάρτα σας λέει ότι είστε καθολικός»
«Έτσι το ‘γραψα»
«Γιατί;»
«Ήμουν. Όταν γράφει κάποιος ¨χωρίς θρησκεία¨ ,
τον ταράζουν στις ερωτήσεις.
«Σας έχουμε καταχωρήσει ως καθολικό, κύριε Μπουκόφσκι».
«Κοιτάξτε, δεν μπορώ να μιλάω. Πεθαίνω.
Εντάξει, είμαι καθολικός κι ότι άλλο θέλετε».
«Δεν μπορούμε να σας δώσουμε αίμα, κύριε Μπουκόφσκι».
«Ακούστε. Ο πατέρας μου δούλευε για την κομητεία.
Νομίζω ότι υπάρχει κάποιο αιμοδοτικό πρόγραμμα.
Μουσείο της κομητείας του Λος Άντζελες.
Ένας κύριος Χένρι Μπουκόφσκι. Με μισεί».
«Θα το ελέγξουμε».

Όσο εγώ ήμουν επάνω, κάτι γινόταν με τα χαρτιά μου
κάτω.
Δεν είδα τον γιατρό παρά μόνο την τέταρτη μέρα,
και τότε πια είχαν μάθει ότι ο πατέρας μου με μισούσε
ήταν καλός άνθρωπος με σταθερή δουλειά
κι είχε έναν μεθύστακα άεργο γιό που πέθαινε,
κι αυτός ο καλός άνθρωπος είχε δώσει αίμα στο
αιμοδοτικό πρόγραμμα, κι έτσι μ ‘αγκίστρωσαν
με μια μποτίλια και την άδειασαν μέσα μου.
Δεκατρείς πίντες αίμα και δεκατρείς πίντες γλυκόζη…
χωρίς σταμάτημα.
Η νοσοκόμα έτρεχε γύρω γύρω  σαν παλαβή
για να κανονίζει τη βελόνα.
…Κάποια φορά ξύπνησα και είδα τον παπά να στέκεται
από πάνω μου.
«Πάτερ» είπα «φύγε, σε παρακαλώ.
Μπορώ να πεθάνω και χωρίς εσένα».
«Θέλεις να φύγω τέκνο μου;»
«Ναι, πάτερ».
¨Ναι, έχασα την πίστη μου».
«Όποιος βαφτίζεται καθολικός μένει για πάντα καθολικός, τέκνο μου».
«Μαλακίες, πάτερ».
Ένας γέρος από το διπλανό τραπέζι είπε:
«Πάτερ, πάτερ, εγώ θέλω να σου μιλήσω. Μίλησε μου, πάτερ».
Ο παπάς πήγε κοντά του.
Εγώ περίμενα να πεθάνω.
Ξέρετε πολύ καλά ότι δεν πέθανα τότε,
γιατί πως διάβολο θα σας έλεγα αυτή την ιστορία τώρα…
…Με κουβάλησαν σ ‘ένα δωμάτιο μ ‘έναν μαύρο
κι έναν λευκό.
Ο λευκός λάμβανε φρεσκοκομμένα τριαντάφυλλα
κάθε μέρα.
Καλλιεργούσε τριαντάφυλλά και τα πουλούσε στ ‘ανθοπωλεία.
Για την ώρα βέβαια δεν καλλιεργούσε τίποτα.
Ο μαύρος είχε ξεσκισμένα σωθικά, όπως κι εγώ.
Ο λευκός είχε καρδιακή πάθηση, πολύ σοβαρή.
Ξαπλώναμε και ο λευκός μιλούσε για την καλλιέργεια
τριαντάφυλλων και για το πόσο ήθελε ένα τσιγάρο,
χριστέ μου, πόσο χρειαζόταν ένα τσιγάρο.
Εγώ δεν ξερνούσα αίμα.
Μόνο από πίσω το ‘βγαζα τώρα πια.
Μάλλον την είχα γλυτώσει.
Μόλις είχαν αδειάσει μια πίντα αίμα και μου ειχαν βγάλει τη βελόνα.
«Θα σου φέρω τσιγάρα Χάρι».
«Χριστέ μου, σ’ ευχαριστώ Χανκ».
Κατέβηκα από το κρεβάτι.
«Δώσε μου λεφτά»
Ο Χάρι μου έδωσε κάτι ψιλά.
«Αν καπνίσει, θα πεθάνει,» εόπε ο Τσάρλι .
Ο Τσάρλι ήτανο μαύρος.
«Τι σκατά, Τσάρλι, ένα – δύο τσιγάρα δεν θα σκότωναν ποτέ κανέναν».
Βγήκα από το δωμάτιο και κατέβηκα στο χολ.
Είχε μια αυτόματη μηχανή τσιγάρων στην αίθουσα αναμονής.
Πήρα ένα πακέτο και γύρισα πίσω.
Ο Τσάρλι, ο Χάρι κι εγώ αράξαμε καπνίζοντας.
Αυτό έγινε το πρωί.
Κατά το μεσημέρι ήρθε ο γιατρός κι έβαλε ένα μηχάνημα στον Χάρι.
«Όχι γιατρέ, αλήθεια, δεν τ ‘άγγιξα».
«Ποιος από σας του ‘φερε τσιγάρα;»
Ο Τσάρλι κοίταξε το ταβάνι.
Κοίταξα κι εγώ το ταβάνι.
«Κάπνισε ακόμα ένα τσιγάρο και τα ‘χεις τινάξει».
εόπε ο γιατρός.
Κατόπιν, πήρε τη μηχανή και βγήκε.
Μόλις βγήκε, έβγαλα το πακέτο κάτω από το μαξιλάρι.
«Δως μου ένα» είπε ο Χάρι.
«Άκουσες τι είπε ο γιατρός» είπε ο Τσάρλι.
«Ναι» είπα βγάζοντας μια τουλίπα γαλάζιου υπέροχου καπνού

«άκουσες τι είπε ο γιατρός: ένα ακόμα τσιγάρο
και τα τινάζεις».
«Προτιμώ να πεθάνω ευτυχισμένος παρά να ζω
στη δυστυχία» είπε ο Χάρι.
«Δεν μπορώ να πάρω την ευθύνη για τον θάνατο σου, Χάρι»
εόπα «θα δώσω τα τσιγάρα στον Τσάρλι,
κι ας κάνει αυτός ότι θέλει».
Πέρασα το πακέτο στον Τσάρλι, που κρατούσε
το μεσαίο κρεβάτι.
«Εντάξει» είπε ο Χάρι «ρίχτα».
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, Χάρι, Δεν μπορώ να σε σκοτώσω, Χάρι».
Ο Τσάρλι μου ξανάδωσε τα τσιγάρα.
«Έλα, Χανκ ,δώσε μου ένα. Έλα τώρα, Χανκ»
«Όχι Χάρι».
«Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, ρε φίλε, ένα, μόνο ένα».
«Ωχ, για όνομα του θεού!»
Του πέταξα ολόκληρο το πακέτο. Το χέρι του έτρεμε καθώς
έβγαζε το τσιγάρο.
«Δεν έχω σπίρτα. Ποιος έχει σπίρτα;»
«Ωχ, για όνομα του θεού « είπα.
Του πέταξα τα σπίρτα…

Ήρθαν και με αγκίστρωσαν σ’ άλλη μποτίλια. Κάπου δέκα
λεπτά αργότεραήρθε κι ο πατέρας μου. Ήταν μαζί του κι η
Βίκυ, τόσο μεθυσμένη που μετά βίας στεκόταν στα πόδια της,
«Εραστή μου» είπε. «Νανάρι μου!»
Τρίκλιζε και στηρίχτηκε στην άκρη του κρεββατιού.
Κοίταξα τον γέρο μου.
«Μπάσταρδε» είπα «πως σου’ ρθε να την κουβαλήσεις μέχρι εδώ
μεθυσμένη;»
«Εραστή, δε θες να με δεις; Ε, εραστή;»
«Σ’ είχα προειδοποιήσει να μην μπλεχτείς με μια τέτοια
γυναίκα»
«Δεν έχει μια. Μπάσταρδε, της αγόρασες ουίσκι, τη με-
θυσες και την έφερες εδώ»
«Στο’ χα πει, Χέντι, είναι σκάρτη. Σου το είπα, είναι
κακιά γυναίκα».
«Δε μ’ αγαπάς ποια εραστή»
«Βγάλ΄την έξω από’ δω … ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ!» είπα στον γέρο.
«Όχι, όχι, θέλω να δεις τι σόι γυναίκα έχεις».
«Ξέρω τι είναι η γυναίκα μου. Τώρα πάρτην από’ δω ή, μα
το Χριστό βγάζω τη βελόνα από το χέρι μου και τη χώνω
στον κώλο σου!»
Ο γέρος την έβγαλε έξω. Έπεσα πίσω στο μαξιλάρι.
«Καλή γκόμενα» είπε ο Χάρι.
«Το ξέρω» είπα «Το ξέρω».
…Σταμάτησα να χέζω αίμα. Μου έδωσαν ένα κατεβατό
με τα φαγιά που έπρεπε να τρώω, και μου΄παν ότι το πρώτο
πιοτό θα με σκότωνε, Μου είχαν πει επίσης ότι θα πέθαινα αν
δεν έκανα εγχείρηση. Είχα ένα τρομερό καβγά με μια για-
πωνέζα γιατρό σχετικά με την εγχείριση και τον θάνατο. Της
είπα «όχι εγχείριση» και είχε βγει έξω κουνώντας  μου οργι-
σμένα τον κώλο της. Ο Χάρι ζούσε ακόμα όταν έφυγα, φρο-
ντίζοντας τρυφερά τα τσιγάρα του.
Περπάτησα στη λιακάδα για να δω πως θα μου φαινόταν.
Μου φάνηκε μια χαρά. Η κίνηση συνεχιζόταν. Τα πεζοδρό-
μια δεν είχαν αλλάξει καθόλου. Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να
περιμένω το λεωφορείο ή να τηλεφωνήσω σε κάποιον να ΄ρθει
να με πάρει. Μπήκα σ’ ένα μαγαζί για να τηλεφωνήσω.
Πρώτα κάθισα και κάπνισα ένα τσιγάρο.
Ο μπάρμαν ήρθε και παρήγγειλα ένα μπουκάλι μπίρα.
«Τι νέα;» ρώτησε.
¨Τίποτα σπουδαίο» απάντησα. Έφυγε. Έβαλα μπίρα στο
ποτήρι, το κοίταξα για λίγο και άδειασα το μισό. Κάποιος
έβαλε ένα νόμισμα στο τζουκ μποξ κι άρχισε μουσική.. Η
ζωή μου φάνηκε κάπως καλύτερη. Τελείωσα το ποτήρι μου,
έβαλα κι άλλο κι αναρωτήθηκα αν θα ξανασηκωνόταν ποτέ το
πουλάκι μου. Κοίταξα γύρω μου καμιά  γυναίκα. Και έκανα
την αμέσως καλύτερη κίνηση: σήκωσα το ποτήρι και το
στράγγιξα.

.
(Τσαρλς Μπουκόφσκι | ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΤΡΕΛΑΣ)