Κοινοποιησεις

 

πάντα μ’ αγαπούσαν οι τρελοί
κι οι προβληματικοί.
σε όλο το δημοτικό
το γυμνάσιο
το λύκειο
τα πρώτα έτη
οι ανεπιθύμητοι
κολλούσαν πάνω
μου.
τύποι με ένα χέρι
τύποι με τικ
τύποι με προβλήματα ομιλίας
τύποι με μια λευκή μεμβράνη
στο ένα μάτι,
δειλοί
μισάνθρωποι
φονιάδες
ματάκηδες
και κλέφτες.
και σ’ όλα τα
εργοστάσια κι όταν
αλήτευα
πάντα τραβούσα τους
ανεπιθύμητους. με έβρισκαν
αμέσως και κολλούσαν
πάνω μου. ακόμα
το κάνουν.
τώρα σ’ αυτή τη γειτονιά
με βρήκε
ένας.
σπρώχνει παντού
ένα καρότσι
γεμάτο με σκουπίδια:
σπασμένα μπαστούνια, κορδόνια,
άδειες σακούλες από πατατάκια,
κουτιά από γάλα, εφημερίδες, μολυβοθήκες…
«ε φίλε πώς τα πας;»
σταματάω και μιλάμε για
λίγο.
μετά χαιρετάω
αλλά μ’ ακολουθεί
ακόμα
περνώντας από τα
μπαρ και τα
μπουρδέλα…
«να με ενημερώνεις,
φίλε, να με ενημερώνεις,
θέλω να ξέρω τι
γίνεται.»
είν’ ο καινούριος μου.
δεν τον έχω δει ποτέ
να μιλάει σε
άλλον.
το καρότσι
κουδουνίζει λίγο
πίσω μου
και κάτι
πέφτει.
σταματάει να το
μαζέψει.
τότε μπαίνω
στο πράσινο ξενοδοχείο
στη γωνία
διασχίζω το
χωλ
βγαίνω από την πίσω
πόρτα και
βλέπω μια γάτα
να χέζει εκεί
εκστασιασμένη,
μου χαμογελάει
πλατιά