Κοινοποιησεις

Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει μωρό μου,
αυτό που λένε ότι η ψυχή ζυγίσει 21 γραμμάρια.
Ζυγίσανε λένε,
ένα άνθρωπο πριν και μετά το θάνατο του
και βγάλανε πως τόσο είναι το βάρος της ψυχής.
21 γαμημένα γραμμάρια!
Είναι προφανώς η μεγαλύτερη ηλιθιότητα του σύμπαντος
αυτή η δήλωση.
Για μένα μιλάω μωρό μου,
βλέπεις είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν πως οι ψυχές ζυγίζουν
όλο το βάρος του κόσμου.
Είναι αυτό που μας χωρίζει σε ζώντες και νεκρούς.
Τους νεκροζώντανους μην τους μετράς μωρό μου.
Κοινή γνώμη πες τους και απίθωσε τους εκεί που τους πρέπει.
Στα τρομοκρατικά δελτία ειδήσεων.
Για τους άλλους που προσπάθησαν να ζήσουν λίγο,
τόσο δα,
οι ψυχές ζυγίζουν το βάρος όλου του κόσμου.
Με είχες ρωτήσει ένα βράδυ μωρό μου,
τι φοβάμαι πιο πολύ και σου ’χα πει τον χρόνο.
Βλέπεις, τον θάνατο φοβόμουν και να τον πω.
Ίσως γιατί δεν ξέρω πώς ν’ αντιδράσω.
Μούδιασμα σε όλο το κορμί.
Μοιάζει το αντιστρόφως ανάλογο της καύλας,
της ηδονής και του έρωτα.
Όταν δηλαδή όλα τα κύτταρά σου,
πάλλονται στο ρυθμό που βαρούν οι γενεσιουργές τούτες έννοιες.
Έγνοιες τις έλεγε εκείνη.
Μούδιασμα σε όλο το κορμί μωρό μου.
Κοιτάς λοιπόν ωσάν φυτό εσωτερικού χώρου
δυο μαυροφορεμένους συλλυπούντες,
να βαστούν στα χέρια τους ένα κορμί δίχως ψυχή
και να μην βαρυγκωμούν.
Σαν πούπουλο δίχως πίσσα, ένα κουβάρι από δέρμα
και κόκκαλα σε μια σαβανωμένη σακούλα λίγο πριν αναπαυθεί
σ’ εκείνο το τρομακτικό μαύρο κουτί
που ’χαν παρατήσει στην είσοδο.
Φέρετρο!
Κάθε λέξη που έσπειρε ο θάνατος μωρό μου,
έχει την ηχώ του και αντηχεί τρόμο.
Ένα πιάτο σπάσαμε όταν την κατεβάζανε από τις σκάλες.
Για να φύγει το κακό, έτσι λένε.
Εγώ δεν πιστεύω σε Θεό και θρησκείες μωρό μου.
Το ξέρεις καλά αυτό.
Την παράδοση δε, την μισώ.
Μου θυμίζει σημαίες να κυματίζουν μεσίστια, παρελάσεις, εικόνες
και σταυρούς, γονυκλισίες και χειροφιλήματα, σεμνότης
και αυτομαστίγωμα.

Να με συγχωρείς ξέφυγα λίγο μωρό μου.
Το κάνω συχνά.
Λένε πως η κληρονομικότητα κρατάει πολλές γενιές.
Ένας προπάππους του παππού σου μπορεί να’ χε σπαστική κολίτιδα
ή φλεβική ανεπάρκεια και να’χεις κι εσύ.
Βλέπεις το αίμα -κι άσε απέξω κάθε φασιστικό σκουπίδι
που το καπηλεύεται- είναι η λέξη που κρύβει την περισσότερη ζωή
στα γράμματα της.
Δεν είναι μόνο:
«Το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί
μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων
(στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρδιάς,
των αρτηριών και των φλεβών
κι εξυπηρετεί πλήθος ζωτικών λειτουργιών,
κυρίως την οξυγόνωση του εγκεφάλου
και τη μεταφορά ουσιών».
Είναι δεσμός, ένα ιδιαίτερο δέσιμο
που περνά από γενιά σε γενιά
και ενώνει ανθρώπους αταίριαστους
και τους καλεί να κάνουν το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.
Να συνυπάρξουν,
να μοιραστούν δηλαδή τις ίδιες τους τις ζωές.
«Του παιδιού μου το παιδί δυο φορές παιδί μου».
Έτσι μου έλεγε μωρό μου..
Από τα 4-5 μου που έχω τις πρώτες μου αναμνήσεις
μέχρι και τα 32 έτη που διανύω πλέον.
Ο πιο έξυπνος άνθρωπος που έχω γνωρίσει.
Για κάποιον μεγαλομανή που ψάχνει τρόπο
να θρέψει το εγώ του, μωρό μου,
η παραπάνω παραδοχή είναι μεγάλο πράγμα.
Αψύς και θρασύς άνθρωπος με μια δύναμη που σε τρόμαζε.
Το μεγαλύτερο από τα 5 παιδιά μιας επταμελούς οικογένειας
σ’ ένα χωριό της Ορεινής Φθιώτιδος.
Στα 21 της αρραβωνιάστηκε τον έρωτα της ζωής της.
Κάποια στιγμή θα γράψω για εκείνη μια ιστορία
που θα της δώσω το όνομα
«Του αρραβώνα τα παπούτσια».
Ίσως την κάνω και βιβλίο ολόκληρο,
ποιος ξέρει;
Στον αρραβώνα της,
δεν είχε καλά παππούτσια να φορέσει και ντρεπόταν.
Ένας ξάδερφος της, Βαγγελάκη τον λέγανε,
ήταν ο τρελλός του χωριού.
Εκείνη τον περιέθαλπε και τον αγαπούσε πολύ.
Ο Βαγγελάκης λοιπόν,
κατέβηκε στην πόλη της Λαμίας
και σε ένα μαγαζί που ‘χαν πλιατσικολογήσει οι Γερμανοί,
βούτηξε στα κρυφά ένα ζευγάρι παπούτσια
και τα πήγε στην Κυρα- Δήμητρα .
Μ’ αυτά αρραβωνιάστηκε.
Από μικρή ήταν η προστάτιδα των αδυνάτων,
των τρελλών, των μοναχικών, των πούστηδων,
των κλεφτών, των αρματολών και των αμαρτωλών.
Είχε γνωρίζει και τον Άρη μωρό μου.
Τον αρχηγό των ατάκτων, τον Βελουχιώτη.
«Δε το χωράει ο νους μου
ότι βάζουν ανθρώπους να δικάζουν ανθρώπους.
Αν κάποιος είναι ικανός να δικάσει,
είναι ο Θεός.
Και ίσως ούτε κι αυτός.»
Έτσι έλεγε. Εκείνη πίστευε.
Εγώ όχι μωρό μου.

Γέννησε την μάνα μου στα 40 της
και πήγε να πεθάνει. Εκλαμψία.
Από θαύμα γλίτωσε είπαν οι γιατροί.
Έχασε τον άντρα της στα 52 της,
με την μάνα μου 13 χρονών.
Την μεγάλωσε μόνη της.
Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ.
Δούλευε δύο δουλειές για να μην βρεθεί κανείς να πει
πως χρειάζεται το έλεος του,
για να σταθεί στα πόδια της.
Ήταν περήφανη γυναίκα.
Ήταν ο άνθρωπος που με μεγάλωσε.
Ξέρεις ότι τους αγαπώ πολύ τους γονείς μου μωρό μου,
μα και στην γιαγιά είχα μεγάλη αδυναμία.
Μέναμε στο ίδιο σπίτι για πάρα πολλά χρόνια.
Κάθε μαλακία, κάθε μικρό και μεγαλύτερό μου κατόρθωμα
το μοιραζόμουν μαζί της.
Πρώτη απ’ όλους το μάθαινε συνήθως.
Ήταν πάντα εκεί.
Σε κάθε γαμημένο θέλω μου ήταν εκεί.
Σε κάθε γαμημένο χρειάζομαι.
Άδολη αγάπη, αγνή.
Πάνε πολλά χρόνια μωρό μου που την ηχογράφησα
σε μια κασέτα ήχου,
να ‘χω να θυμάμαι την φωνή της.
Πάνε πολλά χρόνια που βιντεοσκόπησα μιά συζήτηση μας.
Να ‘χω να θυμάμαι την μορφή της.
Την έλεγα Κυρά-Δήμητρα κι εκνευριζόταν.
Τι θες ρε κοπρόσκυλο; -μου λέγε μωρό μου-.
Εσύ που’ σαι σπουδαγμένος
και αν πρέπει να λες καλημέρα γιαγιούλα μου καλή.
Τι είσαι κανένας αλήτης από τα καμμένα σπίτια;
Κοπρόσκυλο!

Από το καλοκαίρι και μετά είχε καταπέσει.
Βλέπεις είχε πατήσει τα 97
και βάδιζε ολοταχώς στα 100.
Το μυαλό παρέμενε κοφτερό,
η ατάκα κάτω από την γλώσσα και το μπινελίκι ν ‘ ακολουθεί.
Βρωμόστομη σαν και μένα μωρό μου.
Θυμάσαι που στο ‘χα πει στο πρώτο μας ραντεβού.
Έχω πάρει από την γιαγιά μου.
Όταν πήρα το πτυχίο μου,
ήταν από τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής της.
Στο μεταπτυχιακό τα ίδια.
Πρόλαβε ευτυχώς να δει
και το πρώτο βιβλίο που φέρει το όνομα μου τυπωμένο.
Πόσο είχα χαρεί με τη χαρά της εκείνη την μέρα!
Να πας και στην Λαμία να το παρουσιάσεις!
Να σκάσουν όλοι
όσοι μας κοίταξαν με το στραβό τους το μάτι.
Η μάνα μου μ’ έπιασε και μου’ πε ένα πρωί.
«Αν πεθάνει η γιαγιά, δ
εν θέλω να την πάω στην Λαμία.
Θέλω να την έχω εδώ κοντά μου.
Όπως ήμασταν όλη μου την ζωή.»
Εκνευρίστηκα πολύ.
Η γιαγιά θέλει να πάει εκεί.
Με έχει ορκίσει να την θάψουμε στην Ξηριώτισσα
-(η εκκλησία του δημοτικού νεκροταφείου στον τόπο της)

Την Παρασκευή 12 του Γενάρη έκανα μια επέμβαση στο πόδι,
μωρό μου.
Το προηγούμενο βράδυ μου’ βαλε λεφτά στην τσέπη
να συμπληρώσω τα ευρώ που χρειαζόμουν.
Είχε βαρύνει πια πολύ.
«Δεν θα με βρεις ζωντανή όταν γυρίσεις από το νοσοκομείο».
Το’ χα ακούσει πάνω από 200 φορές,
όταν έφευγα για κάποιο ταξίδι,
ή ακόμη και όταν λόγω δουλειάς έκανα μέρες να την δω.
Το ίδιο είπε και για τον αδερφό μου
όταν ήρθε να με δει στο νοσοκομείο μετά την εγχείρηση.
Όλα πήγαν καλά.
Μόλις το έμαθε ηρέμησε το πρόσωπο της.
Έτσι μου’ πε ο πατέρας μου.
Δυο ώρες μετά κοιμήθηκε για πάντα.
Φτάσαμε στο σπίτι περίπου δυο ώρες αργότερα.
Ο πατέρας μου είχε μείνει δίπλα της.
Ήταν εκεί στο κρεβάτι της,
με την μαντήλα της κάτω από το πάπλωμα.

Με συλλυπήθηκαν πολλοί φίλοι και συγγενείς
και όλοι μου λέγανε να γράψεις κάτι για την γιαγιά.
Η κηδεία έγινε 3 μέρες μετά
και καθίσαμε οι πολλοί φίλοι και συγγενείς στο τραπέζι.
Όλα ήταν όπως τα ήθελε.
Φάγαμε κι από μια ελιά για να πικράνουμε τον Χάρο,
όπως λέγανε στο χωριό της.
Να γουστάρει από εκεί που πήγε η ψυχή της.
Και όχι μωρό μου, μην ξανακούσω αυτή την μαλακία
πως οι ψυχές ζυγίζουν 21 γραμμάρια.
Οι ψυχές ζυγίζουν όλο το βάρος του κόσμου.

Προσπάθησα να γράψω κάτι για τη γιαγιά, μωρό μου.
Δεν ξέρω αν βγάζει νόημα πολύ,
μα θέλω να κλείσω μ’ αυτό,
που βρήκα τσαλακωμένο σε ένα χαρτί
που για κάποιο λόγο μάλλον κράτησα.

«Να αγαπάτε ρε μαλάκες!
Να μην ξεχνάτε να αγαπάτε!!
Σαν τους καταραμένους που αγαπήθηκαν μιά βραδιά!
Σαν αυτούς τους λατρεμένους που ο θάνατος χώρισε
για μια στιγμή πριν τους χαρίσει την αθανασία τους.
Και ίσως σήμερα, πιο πολύ σαν αυτούς τους ευλογημένους,
που είπαν του παιδιού τους το παιδί δύο φορές παιδί τους.
Κι αν αγαπήσουμε έστω μια στιγμή όπως μας αγάπησαν
τα παππούδια μας,
τότε μπορούμε να πούμε πως σε τούτη τη ζωή
πήραμε και ‘μεις μιά στάλα από αγάπη!
Κι άξιζε τον κόπο να γυρίσουμε μια βόλτα
στην ρόδα του λούνα παρκ
που ο Bill Hicks εύστοχα χαρακτήρισε ζωή!»..

Προηγούμενο άρθροάτιτλο .01
Επόμενο άρθροΗ Δήμητρα Αγγέλου διαβάζει Γιάννη Κοντραφούρη
ΣΠΥΡΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια κουκίδα του χάρτη που κάποιοι είπαν Αιγάλεω. Μια πόλη που ξεκινά από το Α και τελειώνει στο Ω και κάπως έτσι ξετύλιξε το κουβάρι της ζωής μου. Στην αρχή χεβιμεταλάς, μετά από όταν γνώρισα τους Monster Magnet & τον Tom Waits μουσικόφιλος. Σπουδές στο τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε και ένα μεταπτυχιακό στο ίδιο τμήμα στην κατεύθυνση των Πολιτισμικών Σπουδών. Αεκτζής, βρωμόστομος με το σύνδρομο του συλλέκτη που με διακατέχει να περιορίζει τα τετραγωνικά κάθε σπιτιού που έχω μείνει. Βιβλία, δίσκοι, cds, dvds, posters, figures παντού. Δουλειά σε δημοσιογραφικά, αθλητικά και μουσικά sites. Μια συνέντευξη με τον Lemmy μεγάλο παράσημο και μετά Didi Music. Υπεύθυνος επικοινωνίας στο γραφείο τύπου. 4 χρόνια και αμέτρητες συναυλίες και άλλες τόσες αναμνήσεις. Stage Volume 1, Gagarin, Fuzz, Piraeus 117 Academy, TerraVibe. Rockwave Festival: άλλο ένα κομμάτι μεγάλο της ζωής μου. Το 2017 στον Αnt1 Media Lab προσπαθούμε να καταλάβουμε με τους σπουδαστές Ηχοληψίας & Μουσικής Παραγωγής τι είναι άραγε η Μουσική Βιομηχανία. Τελευταίο άφησα αυτό που αγαπώ πιο πολύ: Γράψιμο. Γράφω για όσα έχω ζήσει και όσα θα ήθελα να ζήσω. Γαλέρα, Χίμαιρες, Gazzetta, Sonik, Humba κάποια στιγμή φιλοξένησαν τα λόγια μου. Από τις εκδόσεις Πνοή κυκλοφορεί το πρώτο μου βιβλίο που λέγεται «Ανθρώπων Σκιές» Είμαι ο Σπύρος Σμυρνής και χάρηκα πολύ για την γνωριμία. Ελπίζω και εσείς το ίδιο!