Κοινοποιησεις

Photo credits Γιώτα Τζότζολη “ΛΕΥΚΑ”

 

Κουλουριασμένη μπροστά στη σόμπα σαν έμβρυο, προσπαθώ να πιάσω, να δω, ν’ ακούσω τις αναμνήσεις μου.
Γυρίζω και κοιτάζω το λευκό ταβάνι μου, το έξυπνο λευκό ταβάνι μου.
Από το ανοιχτό παράθυρο, μυρίζει Λιβανέζικο ρεστοράν, χαμογελάω και σκέφτομαι όλες τις γυναίκες της ζωής μου, τις δυνατές γυναίκες της ζωής μου..
Πρώτα σκέφτομαι εκείνη.
Το τραγούδι της, το γέλιο της, τα περιποιημένα της χέρια που πάντα μύριζαν Nivea, να σιδερώνουν γιλέκα.
Μικρή εγώ, σε μια καρέκλα καρφωμένη, να χώνω στην πέτσα μου καρφίτσες και να τη χαζεύω.
Πεινούσα. Πάντα πεινούσα γιατί αποζητούσα την προσοχή.
Δεν ήξερε να μαγειρεύει, μόνο αυγά τηγανιτά και κουλουράκια κανέλλας.
Αυτές είναι οι αναμνήσεις μου.
Οι δικές της πράξεις, σφηνωμένες στο μυαλό μου και φοβόμουν μη γίνουν αργά ή γρήγορα, αποσπασματικές.

Έγιναν ήδη.

Έπιανα την καρέκλα μου, την κολλούσα δίπλα στο καλοριφέρ και σκεφτόμουν να μη γίνω ποτέ σαν εκείνη.
Δέσμια.
Φυλακισμένη.
Έτσι τουλάχιστον νόμιζα, τότε.
Έτρωγε μανταρίνια κι ερχόταν να με σκεπάσει.
“Φύγε” της φώναζα μέσα μου..
Γυναίκα υποχείριο των καταστάσεων,
Γυναίκα που σου φόρεσαν ζωή,
Γυναίκα που αναγκάζεσαι να ζεις και ν’ αναπνέεις επειδή στο λένε..

Φύγε.

Η επιμονή της δεν με άφηνε ήσυχη.
Σκαρφιζόταν παραμύθια με ψωλαράδες, κοιλαράδες και κωλαράδες.
Πιεζόμουν να μη γελάσω.
Τόσο ελεύθερη για τόσο φυλακισμένη,
δε γίνεται, έλεγα..
Μετά, έρχεται αυτός.
Γυναίκα πεινάω.
Γυναίκα πλύνε τα ρούχα μου.
Γυναίκα είσαι άχρηστη.
Γυναίκα βούλωσέ το.
Γυναίκα τα παιδιά..

ΣΚΑΣΤΕ.

Ηλίθια γυναίκα και ηλίθιος άνδρας.
Αυτή, τραγουδούσε και σιδέρωνε γιλέκα, λες και δεν είχε αυτιά ,λες και δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτα στη ζωή της.
Καμμιά προσβολή δεν άκουγε.
Δεν είμαι απόλυτα ειλικρινής όμως.
Νομίζω έκλαιγε απαλά όταν μου τηγάνιζε αυγά, τσιτσίριζε το λάδι και μου απαγόρευε να καταλάβω.
Γι’ αυτό τηγάνιζε αυγά, έτσι κρυβόταν από τον κόσμο, έτσι “ταξίδευε” όλο τον κόσμο, με τα περιποιημένα της χέρια που μύριζαν nivea, τη χοντρή ζακέτα της που είχε ονειρευτεί τότε πως θα τη φοράει και θα ταξιδεύει κατάστρωμα, διασχίζοντας ωκεανούς, με λαχτάρα να γνωρίσει καινούριους τόπους.
Όμως έμεινε εκεί.
Μ’ εμάς.
Να τραγουδάει δυνατά και πάντα λάθος τα τραγούδια.
Να θέλει να προχωρήσει κι ας μη της έχει μείνει τίποτα από τα γνωστά..
Είχε βέβαια, τον εαυτό της.
Τόσο ελεύθερη μα τόσο φυλακισμένη.
Σαν άνεμος είχε αποφασίσει με το δικό της ρυθμό να χάνεται εκεί που δεν το περιμένεις.
Με κουλουράκια κανέλλας γλύκαινε την καρδιά μου.
Ύστερα χημειοθεραπείες, περούκες, φάρμακα, πόνος και εκείνη μπροστά στον καθρέφτη, να χορεύει και να τραγουδάει..
Κοίτα με, δεν έχω πλάκαα..
Μετά έρχεται εκείνος..
Να πεθάνει..

ΣΚΑΣΤΕ!

Να τηγανίζει τα τελευταία αυγά μου, χωρίς την περούκα της γιατί τη ζέσταινε και ταυτόχρονα να γελάει δυνατά και να με κοιτάζει..
Τόσο ελεύθερη μα τόσο φυλακισμένη.
Ο καθένας μας βασανίζει τον εαυτό του με το δικό του δήμιο.
Εκείνη όχι..
Εκείνη διασκέδαζε με τον εαυτό της κι εμείς μπροστά της ανθρωπάκια μικρά, τιποτένια ανόητα ανθρωπάκια..
Τα πιο ελεύθερα μυαλά που έχω γνωρίσει, δεν τέλειωσαν σχολείο.
Δεν βαλσάμωσαν τις επιθυμίες τους. Τη ζωή τους..
Τα πιο ελεύθερα μυαλά που έχω γνωρίσει ήταν απείθαρχα.
Κλεισμένα σε τρελοκομεία ευαίσθητων ψυχών.

Τα πιο ελεύθερα μυαλά που έχω γνωρίσει, έκαναν τις άθλιες συνθήκες ελευθερία και ταξίδεψαν μακριά, με το φόβο κρυμμένο καλά στις ωοθήκες..

Την μισούσα για όλ’ αυτά..

Εκείνη, ελεύθερη και στη γη και στον ουρανό κι εγώ κουλουριασμένη μπροστά σε μία σόμπα, να μιλάω με το λευκό ταβάνι μου και να προσπαθώ να καταλάβω τη δυσκολία που κρύβει ο κόσμος, κι εκείνη.
Τόσο ελεύθερη..

 

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μανόλης Αναγνωστάκης