Κοινοποιησεις

Φωτογραφία: ΜΑΡΙΟΣ ΛΩΛΟΣ

Εκείνες τις μέρες χρειαζόταν ταλέντο για να μην πεθάνουμε.
Δεν μας χωρούσε ούτε το βρακί ούτε ο ύπνος μας, προχωρούσαμε χωρίς να βλέπουμε μπροστά, καπνίζαμε λες κι έτσι θα εξασφαλίζαμε πνευματική διαύγεια, και πίναμε μαύρο καφέ για ν’ απομακρύνουμε τον τρόμο.

Μας περιτριγύριζε κάθε φορά η υποψία ότι η επόμενη μέρα θα ήταν η τελευταία, και κάποιες φορές ήταν.
Κάναμε τόσα λάθη, που θα μπορούσες να πεις πως μας είχε γίνει πια τρόπος ζωής. Τέλος.
Ήταν αναπόφευκτο να μισήσουμε την πόλη, κι έπρεπε να τη μισήσουμε με ακρίβεια μαθηματική, τραγουδώντας, σαγηνεμένοι, τυλιγμένοι γύρω απ’ τη μέθη των επιθυμιών που ποτέ δεν ξεθύμαναν.
Δεν υπήρχε επιστροφή, αυτό ήταν φανερό, έπρεπε ωστόσο να φτάσουμε στα άκρα.
Βρίσκομαι στην κατάσταση του νεκροτόμου, του Ουρταδίτο, τη στιγμή που μπαίνει στο νεκροθάλαμο, κοιτάζει γύρω του και λέει: «Είμαι περικυκλωμένος από νεκρούς, κι όμως, νοιώθω μόνος».

Γράφω, ευτυχισμένος και λιγάκι μεθυσμένος, καπνίζοντας ένα απαίσιο Χίλτον. Γράφω με ρυθμό για ρέκβιεμ και χορό, με τη θελκτική μυρωδιά των τραγικών δραμάτων.
Σκέφτομαι τη Ναταλία, τη Λουσία, όλους μας.
Σκέφτομαι εκείνη τη φοβερή περίοδο, αυτό που θέλαμε να γίνουμε κι αυτό που έγινε, το γέλιο, το τρόμο, τα ίχνη εκείνης της εφηβείας που ποτέ δεν είχαμε.
Σκέφτομαι εκείνο που πάντα πήγαινε να γίνει, τη λήθη, τη τρυφερότητα, αυτά που ποτέ δεν ειπώθηκαν.
Ένα κασκόλ, ένα τασάκι, μερικά βιβλία, ξεσπάσματα γέλιου και θυμού, όνειρα, θάνατοι.
Πόσοι θάνατοι..
(…)
Τον εαυτό μας τον βλέπαμε σ’ ένα ταξίδι εντελώς αντιηρωικό κι όχι ολωσδιόλου αξιέπαινο.
Επιστρέφαμε από κάθε όνειρο άρρωστοι, με μελανιές και με την ίδια πάντα αίσθηση του τέλους του κόσμου.
Άνοιγαν ωστόσο οι ευγενείς πόροι της λήθης.
Ήμασταν γεννημένοι μέσα στον κονιορτό, όταν είχαν ήδη αποχωρήσει φλυαρώντας οι μουσικοί και οι συνδαιτυμόνες.
Η γεωγραφία είχε γεμίσει τρύπες από βόλια στους τοίχους, μέχρι και οι πλανόδιοι πωλητές ρεύονταν στρατιωτικούς ύμνους.
Τα ονόματα κι οι σημασίες τους βρίσκονταν στην παλάμη του χεριού μας. Στον αέρα όλα τα υπόλοιπα• κι εκεί μείνανε.
Αφήναμε ένα δάχτυλο τυφλό να πέσει πάνω στο χάρτη για να επιλέξουμε ανάμεσα στις πιθανότητες των κατευθύνσεων.
Έπρεπε να υπολογίζουμε τις συνέπειες, να ξεφεύγουμε πάντοτε προτού να είναι πολύ αργά.
Κι έπρεπε να ξεφωνίζουμε, να χορεύουμε, να πίνουμε, να γελάμε, όλα σε ποσότητες τερατώδεις.
Μας έκανε κακό να κοιταζόμαστε στα μάτια για πολύ.
Στην αδυναμία επιλογής, η συνταγή ήταν να παίρνουμε ένα βιβλίο στην τύχη, να συζητάμε για έρωτες που σβήνουν και για εδεσματολόγια, να πηγαίνουμε βόλτα με ποδήλατο, να περπατάμε κάτω απ’ τη βροχή, να εξακολουθούμε να πίνουμε, να εξακολουθούμε να γελάμε, κι ό,τι άλλο έβαζε ο νους μας.
Παίρναμε καχύποπτο ύφος όταν κάποιος μας έλεγε την ώρα.
Βγάζαμε φωτογραφίες σε πολύ τολμηρές στάσεις στο μπάνιο, κρατώντας μόνο την αιδώ της Γυμνής Μαγιά.
Φτιάχναμε ένα τηγανητό αυγό και του ρίχναμε κρασί.
Περπατούσαμε στις μύτες των ποδιών μας πάνω σ’ ένα ντέφι.
Μιλούσαμε για τον εαυτό μας, λες και ήμασταν φιγούρες από κινούμενα σχέδια.
Ντυνόμασταν πειρατές και ορίζαμε τον εαυτό μας σε νηστεία, προσποιούμενο κάθε φορά πως θα ξεκινούσαμε την επαύριον.
Πάντα γνωρίζαμε ότι κερδίζαμε καλύτερα τον χρόνο αφήνοντάς τον να χαθεί, όμως αυτό δεν ήταν εύκολο, με τη Ναταλία να τριγυρνάει τσίτσιδη μες στο δωμάτιο και να ανακοινώνει τις ιδέες που σκαρφιζόταν.
Γνωρίζαμε ακόμη ότι έφτανε ν’ ακολουθήσουμε το ένστικτό μας κι ότι ήταν περιττό να κάνουμε προσπάθειες για να δικαιολογήσουμε την ύπαρξη μας, όμως ούτε κι αυτό ήταν εύκολο με τη Λουσία αγκαλιασμένη με τη σόμπα και χωμένη ανάμεσα σε βιβλία, μολύβια κι εγκυκλοπαίδειες, μ’ ένα τσιγάρο μαριχουάνας ανάμεσα στα δόντια.

Η Λουσία ήξερε πολλά, κι αυτό της στοίχισε ακριβά.

(μτφρ. Τζίνα Σερέτη, εκδ. opera)