Κοινοποιησεις
Πικρό κορίτσι, γενημένο απ’ τα πικρά μου σπλάχνα … Μήλο του κυπαρισιού, λουλούδι της αλόης…
Γαλάζιο αστέρι σβυσμένο απ’ την οργή σου… Έτσι τόχε γραμμένο η μοίρα…
Έτσι βουλήθη το ριζικό την ώρα που σε σπέρναν και σε πιάναν…
Γενήθηκες τη στιγμή που δυο κομήτες έσμιγαν και χώριζαν στα χάη.
Ο ένας ήταν πορφυρός, ο άλλος άσπρος. Ο κόκκινος εσφράγισε τη σάρκα σου.
Ο άσπρος την ψυχή σου. Ήταν πολύ θερμό το αίμα που φούσκωνε την παγωμένη σου καρδιά… 
Αίμα της μάνας σου της σκύλας. Καρδιά ποιανού; Παλεύανε οι σπόροι μέσ’ τα σπλάχνα μου,
 κ’ εγώ μεθούσ’ από τη γλύκα… Ποιος ξέρει; Ποιος θυμάται; 
Εδίψασες το θάνατο παίζοντας με τη ζωή… Όχι! Έπαιζες με το θάνατο και διψούσες τη ζωή…
 Ήταν κακό το παιχνίδι σου και πίβουλη η ώρα… Κ’ ήσουν μια πρόκληση στο Χάρο και στον Έρωτα… 
Κ’ ήσουν πικρή σα ρίζα μανδραγόρα… Δεν ήσουν για τον κόσμο αυτό, εσύ… 
Δεν ήσουν για να ζεις, έτσι που σ’ έκανε η ζωή… 
Ανάστροφη κι απόμακρη στην προσταγή της ψυχής… 
Άβουλη κι υποταχτικιά στο μήνυμα της γλύκας… 
Ήσουν για να πεθάνεις… 
 

Και πέθανες …