Κοινοποιησεις

Photo credits ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ “ΣΚΕΤΟ JACK”

Το σπουργίτι στο τζάμι

Πρώτος έρχεται ο ήχος. Γκντουπ. Μετά το βλέπεις με την άκρη του ματιού. Έχει γίνει μια μπαλίτσα που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, σερνάμενη τρεκλίζοντας στα πλακάκια του μπαλκονιού. Ο μικρός πάει αμέσως κοντά, μόλις ο ακουστικός φόβος του χτυπήματος πέφτει στο καναβάτσο νικημένος από την φυσική περιέργεια. «Τί έπαθε το πουλάκι;».

Πετάγεσαι έξω. «Δεν είναι τίποτα, χτύπησε λίγο και ζαλίστηκε». Ψέμματα. Δεν δείχνει καλά. Το δεξί του ποδαράκι φαίνεται σπασμένο και η δεξιά του φτερούγα εκτός θέσης. Σκέφτεσαι ότι μπορεί να σου μείνει στα χέρια. Και τρέμεις στην ιδέα. Γιατί λυπάσαι το πουλί. Ψέμματα. Γιατί δεν νιώθεις ακόμα έτοιμος να εξοικειώσεις τον μικρό με την ιδέα του θανάτου. Και μάλιστα σε ζωντανή μετάδοση. Για πρώτη φορά στη ζωή του. Μπροστά του.

Νοιάζεσαι κιόλας. Ναι. Ένα ανέγγιχτο κομμάτι συνείδησης που δρα αυτόνομα εντός μας, σκέφτεσαι. Δεν έχει σημασία. Βάζεις λίγο βαμβάκι στον πάτο ενός χαρτονένιου κουτιού και το ακουμπάς προσεκτικά πάνω. Δίπλα του ένα καπάκι με λίγο νερό, μήπως θέλει να πιει. «Να του δώσουμε να φάει, στο πουλάκι». Έλα, μικρέ, άφησε κοντά του λίγους σπόρους.

Μα δεν πατάει καλά. Είναι γερμένο στο πλάι. Με ανοιχτά μάτια, ανοιγοκλείνοντας το στόμα. Μικρές, κόκκινες κηλίδες που βγαίνουν από μέσα του, ποτίζουν το βαμβάκι. «Τί έχει το πουλάκι;». Νομίζω το χάνουμε όπου να ‘ναι… «Χάιδεψέ το στο κεφαλάκι του, απαλά, για να γίνει καλά». Τουλάχιστον δεν είναι στο δρόμο, γιατί θα είχε ήδη καταλήξει στο στομάχι καμιάς γάτας. Από το στόμα του Χάρου, όμως, πώς θα γλυτώσει;

Σε λίγο ξανά έξω. Λες να νιώθει καλύτερα; Πλησιάζεις το κουτί, μα δεν είναι μέσα. Έφυγε; Τα κατάφερε; Ακούς θόρυβο πίσω από μία γλάστρα. Τινάζεται να φύγει, μία, δύο, τρεις. Μα δεν μπορεί. Τρακάρει στην τσιμεντένια κουπαστή και ξαναπέφτει μέσα. Κοιτάει με λαχτάρα τον ουρανό που δεν μπορεί να φτάσει, σαν τον Μάθιου Μοντίν θαρρείς -στο Birdy. Δεν έχει άλλες δυνάμεις. Ξανά στο κουτί. Ακίνητο.

«Τί θα κάνει το πουλάκι;». Δεν ξέρεις. Είσαι σε αδιέξοδο. Να το πάρεις, να πας να το ακουμπήσεις στο κλαδί ενός δέντρου που ξέρεις ότι συχνάζουν σπουργίτια. Ίσως εκεί τα καταφέρει. Ίσως εκεί να έρθουν οι δικοί του και να το φροντίσουν καλύτερα. Να το φροντίσουν, τελεία. Γιατί εσύ απέτυχες. Καμία ψυχή δεν έσωσες, κανένα παράδειγμα δεν έδωσες. Μόνη φυγή, να διώξεις τον επικείμενο θάνατο από το μπαλκόνι σου. Να μην τον δει ο μικρός. Να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου ότι τάχα μου μπορεί και να έζησε.

Βγαίνεις έξω, σκύβεις να το πιάσεις στοργικά και τότε συμβαίνει: Μαζεύοντας όλο του το κουράγιο χτυπάει τα φτερά του δυνατά και, αφού αιωρείται για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να ισορροπήσει στον αέρα και να προσανατολιστεί, περνάει με ταχύτητα από το άνοιγμα ανάμεσα στο πάνω μέρος της τέντας και την οροφή του μπαλκονιού και χάνεται. «Έφυγε το πουλάκι!». «Ναι! Είδες; Έγινε καλά και πέταξε να πάει στο σπίτι του!». Ή ίσως, μικρέ, να ανέβαλε για λίγο τον θάνατό του για να έχει ο μπαμπάς να σου πει μια ιστορία.

Προηγούμενο άρθροAndrei Τarkovsky. Ο σκηνοθέτης που έβλεπε “αλλού” τον αληθινό κινηματογράφο.
Επόμενο άρθροGMorning People
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΟΥΣΗΣ
Γεννήθηκε Μεγάλη Πέμπτη πρωί. Σε ηλικία δυόμισι ετών μπορούσε να ξεχωρίζει τα αυτοκίνητα κοιτώντας απλώς τις ρόδες τους. Από τις δημοσιογραφικές σπουδές του θυμάται το χαϊκού του διευθυντή της σχολής στην οποία φοιτούσε «η ήσυχη λιμνούλα, ο βάτραχος πηδάει, ο ήχος του νερού». Ένα πρωί άκουσε τον δίχρονο γιο του να φωνάζει «μαλάκααα!» κι αμέσως μετά να συμπληρώνει «ο μπαμπάς». Ψυχολόγος θα γίνει, το πουλάκι μου.