Κοινοποιησεις

Το σκοτεινό δωμάτιο

To λευκό αυτοκίνητο με οδηγό τον Μπεν ήταν στην ώρα του. Ο νεαρός με υποδέχτηκε μ’ ένα λαμπερό χαμόγελο και μου άνοιξε την πόρτα. Θα ήταν ο οδηγός και ο συνοδός μου εκείνη την ημέρα και θα πηγαίναμε στην περιοχή Mutengo μια από τις πιο υποβαθμισμένες παραγκουπόλεις της Καμπάλα.

Ημουν ήδη στην Ουγκάντα δύο εβδομάδες και πάλευα να βρω μια καλή ιστορία που θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή του μέσου Ευρωπαίου. Σκεφτόμουν ότι η ιστορία μου πρέπει να έχει συναίσθημα και αφρικανικό χρώμα και λίγο δράμα ώστε να συγκινήσει αλλά σίγουρα και ένα θετικό μήνυμα ώστε να ταυτιστεί το κοινό και να νοιώσει δικαίωση.

Σήμερα, όταν θυμάμαι αυτές τις ανοησίες ντρέπομαι, τότε όμως ήμουν πολύ σίγουρη για τον εαυτό μου…
Σκαρφάλωσα στο αυτοκίνητο ενθουσιασμένη. Αστειευόμουν με τον Μπεν και κοιτούσα έξω απο το παράθυρο. Η Καμπάλα απλωνόταν μπροστά μας και το ραδιόφωνο έπαιζε αφρικανικούς ρυθμούς. Γυναίκες ντυμένες με πολύχρωμα υφάσματα έστηναν πάγκους με πρασινοκόκκινα μάνγκο και σκούρα αβοκάντο, γελαστά πιτσιρίκια μας χάριζαν φαφούτικα χαμόγελα και ενθουσιάζονταν όταν τα χαιρετούσα πίσω απο το τζάμι.

Καθώς κοιτούσα τους ανθισμένους κήπους, τις μπανανιές που τέντωναν τα φύλλα τους στον πρωινό ήλιο και το κόκκινο χρώμα των δρόμων σκεφτόμουν πως ναι μου αρέσει η Αφρική

Τουλάχιστον αυτό που μέχρι εκείνη την στιγμή θεωρούσα ότι είναι η «Αφρική»…

Καθώς όμως απομακρυνόμασταν από τους πλούσιους λόφους, η πόλη άλλαζε, το κόκκινο των λόφων έδινε τη θέση του σε ρυάκια λάσπης, οι πράσινες μπανανιές κιτρίνιζαν.

Ξαφνικά η πόλη ξεδίπλωνε μπροστά μας το αληθινό της πρόσωπο.

Αφήσαμε την κεντρική αρτηρία, και μπήκαμε στις παραγκουπόλεις.

Η οριοθέτηση του δρόμου πλέον δεν υπήρχε. Λάσπη και σκουπίδια γίνονταν ένα με τις πόρτες των πλίθινων κτισμάτων και των τσίγκινων παραπηγμάτων. Σκυλιά με θολωμένο βλέμμα και ανοιχτές πληγές περιφέρονταν δίπλα σε γυμνά μωρά που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στη ζωή μέσα στα σκουπίδια.

Άνθρωποι κουρασμένοι με βρώμικα ρούχα και σκοτεινό βλέμμα μας κοιτούσαν με καχυποψία.

Παιδιά με διογκωμένες κοιλιές, αδύνατες κουρασμένες γυναίκες, αγόρια που κουβαλάνε παλιοσίδερα, άντρες που επιδιορθώνουν παλιά λάστιχα.

Εδω νόμιζες ότι ο χρόνος έχει σταματήσει.

Εχω κολλήσει το πρόσωπο μου στο τζάμι και κοιτάω έξω. Η μουσική ακούγεται σαν παραφωνία και θέλω να κλείσω τ’ αυτιά μου να μη την ακούω.

Ο Μπεν, παρκάρει το αυτοκίνητο σ’ ένα ξέφωτο και μου κάνει νόημα να βγω.

Δεν θέλω να κατέβω, νοιώθω ότι το τζάμι που με χωρίζει απ’ αυτή την πραγματικότητα, με προστατεύει.

Αμίλητη κατεβαίνω κι ακολουθώ τα βήματα του Μπεν. Μου λέει να προσέχω που πατάω και να είμαι συνεχώς κοντά του. Διασχίζουμε δρόμους που χάνονται ανάμεσα σε σκουπίδια και τσίγκινες λαμαρίνες. Ξαφνικά νοιώθω να με ακουμπάει κάτι μαλακό και προλαβαίνω να δω έναν τεράστιο αρουραίο που χάνεται ανάμεσα στα πόδια μου.

Τρομάζω και προσπαθώ να ισορροπήσω καθώς το πόδι μου βουλιάζει στη μαλακή κολλώδη λάσπη. Αυτό που παταώ δεν είναι δρόμος, δεν είναι χώμα, είναι ένα μακρύ ποτάμι απο στάσιμα νερά, ανθρώπινα περιττώματα και ούρα.

Με τον ήλιο να καίει η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική.
Ο αέρας μυρίζει χαλασμένο φαγητό, εμετό και καμμένα σκουπίδια.
Ψηλά χόρτα φυτρώνουν ανάμεσα στα σπίτια και παιδικές φιγούρες κρύβονται πίσω τους.
Οι σπόροι του κεχριού χρυσίζουν στον ήλιο καθώς στεγνώνουν δίπλα στα πλίθινα κτίσματα.

Όσο πλησιάζουμε τα σπίτια η μυρωδιά γίνεται ανυπόφορη. Ένας ανοιχτός αγωγός αδειάζει το περιεχόμενο του στον χωμάτινο δρόμο δημιουργώντας ρυάκια μολυσμένης λάσπης.
Ξυπόλυτα παιδιά τρέχουν στη βρώμικη λάσπη, μια σκελετωμένη κατσίκα μασάει κάποια φύλλα ενώ ένα μικρό κορίτσι, γεμίζει ένα δοχείο νερό από τη διπλανή γούρνα…

Στο σπίτι, μας περίμενε η Τζούντιθ.
Ένα πλίθινο κτίσμα ενός δωματίου, μια σπασμένη καρέκλα κι ένα στρώμα κατάχαμα.
Δίπλα, μια βρώμικη λεκάνη και ένα κομμάτι ύφασμα.
Μια μπάλλα φτιαγμένη από ξεραμένα φύλλα μπανάνας κι ένα παλιό παππουτσάκι μαρτυρούσαν την ύπαρξη ενός παιδιού.
Με τα μάτια μου ακόμα τυφλωμένα από το έντονο φως του ήλιου, δυσκολεύομαι να διακρίνω κάτι άλλο στο δωμάτιο.
Καθόμαστε σε μια σκισμένη ψάθα στο δάπεδο.

Λαχανιαστά και με φωνή που μόλις ακούγεται απαντά στις ερωτήσεις του Μπεν. Η Τζούντιθ είναι 25 ετών, και πουλάει καλαμπόκια στους δρόμους. Πριν δύο χρόνια ο άντρας της πέθανε απο έιτζ και η ίδια διαγνώστηκε οροθετική. Από τα καλαμπόκια κερδίζει περίπου 5 ευρώ την εβδομάδα, όμως τελευταία είναι συνεχώς άρρωστη και δεν μπορεί να πάει στην αγορά, χάνοντας έτσι το μοναδικό της εισόδημα.

Ξαφνικά η Τζούντιθ σηκώνεται απο τη θέση της και πηγαίνει προς το στρώμα. Τώρα μπορώ να διακρίνω μια μάζα απο υφάσματα στην άκρη του. Με απαλές κινήσεις σα να κρατάει κάτι πολύτιμο που φοβάται μη σπάσει, παίρνει αγκαλιά τ’ ανακατεμένα ρούχα και κάθεται κοντά μας.

Κατεβάζει το ύφασμα κι ένα παιδί με τεράστια μάτια και ξεραμένα χείλη, σφίγγεται πάνω της. Κλαίγοντας, μας συστήνει τον Τζόζεφ. Είναι ο γιος της και είναι 3 ετών. Το μωρό μας κοιτάζει τρομαγμένα και χώνεται στην αγκαλιά της μητέρας του. Τις τελευταίες εβδομάδες η κατάσταση του έχει χειροτερέψει και η μητέρα του ξέρει πως το τέλος πλησιάζει.
Η Τζούντιθ και ο Τζόζεφ πάσχουν απο τον ιό του Έιτζ αλλά δεν έχουν καμία πρόσβαση σε αντιρετροϊκά φάρμακα για να ζήσουν.

Στο δωμάτιο επικρατεί απόλυτη σιωπή.
Η Τζούντιθ κρατάει τον Τζόζεφ σα να προσπαθεί να τον κρύψει.
Μπορώ ν’ ακούσω τη λαχανιαστή της ανάσα που σε λίγο μετατρέπεται σε μουρμουρητό.
Ένα μουρμουρητό απόκοσμο, σα λυγμό, σαν παράπονο που βγαίνει απο το στήθος της και μας τυλίγει σαν μαύρο πέπλο.

Κρύβει το μωρό της με τα χέρια της και του τραγουδάει.
Το χεράκι του παιδιού σφίγγει το αδύνατο στήθος της μανάς του και κουρνιάζει.
Ξαφνικά οι χωμάτινοι τοίχοι στενεύουν τόσο πολύ, που νομίζω ότι θα με πλακώσουν.
Το σκοτεινό δωμάτιο με πνίγει.
Θέλω να ουρλιάξω αλλά δεν μπορώ να βγάλω φωνή.

Θέλω να βγω έξω και να τρέξω μακριά απο αυτό το σπίτι, μακριά απο το θάνατο που απλώνεται γύρω μου και μ’ αγκαλιάζει.
Ομως δεν μπορώ να πάω πουθενά, είμαι εκεί ακίνητη στο σκοτάδι, με τον λυγμό της Τζούντιθ να με τιμωρεί.

Δεν ξαναπήγα ποτέ σε εκείνο το μέρος.
Δεν ρώτησα ποτέ τον Μπεν τι απέγινε η Τζούντιθ και ο γιος της.
Ισως γιατι φοβόμουν ν’ ακούσω αυτό που θα μου έλεγε, ίσως γιατί ντρεπόμουν.
Ισως γιατί κατάλαβα ότι, ναι, μου «αρέσει η Αφρική», μου αρέσει γιατί εγω μπορώ να φύγω απο εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο, οποιαδήποτε στιγμή..