Κοινοποιησεις

Η καπιταλιστική κυβέρνηση των ΗΠΑ και η Κομμουνιστική κυβέρνηση της Ρωσίας αποδείχθηκαν ίδιες –απέδειξαν ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μία κυβέρνηση και την άλλη, ανεξάρτητα από τις προφάσεις με τις οποίες ιδρύεται.
Οι Αναρχικοί πάντα ισχυρίζονταν ότι ένα Σοσιαλιστικό κράτος που ιδρύεται δεν είναι ούτε ίχνος λιγότερο δεσποτικό από ένα καπιταλιστικό –ότι, η φύση της θέσης του και το πρόγραμμά του το προορίζουν να γίνει ακόμα πιο αδίστακτο στην καταπίεση όλων όσων τόλμησαν να είναι ανικανοποίητοι ή να διεκδικήσουν την αληθινή ελευθερία από την οικονομική ή πολιτική σκλαβιά. Η «Δικτατορία του Προλεταριάτου» στη Ρωσία είχε απλά επιβεβαιώσει αυτή την πρόβλεψη.

Το 1960, όταν ζητήθηκε απ’ αυτή και το σύντροφό της να γράψουν τα απομνημονεύματά τους, η Μόλλυ απάντησε: «Και οι δυο μας αισθανόμαστε ότι αυτό που κάναμε στη ζωή ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ.

Αγωνιστήκαμε ενάντια στην αδικία με σεμνό τρόπο όσο πιο καλά μπορούσαμε, και αν το αποτέλεσμα ήταν η φυλάκιση, η σκληρή δουλειά και πολλή ταλαιπωρία, εντάξει, αυτό είναι κάτι που κάθε ανθρώπινο πλάσμα που αγωνίζεται για μια καλύτερη ανθρωπότητα πρέπει να περιμένει. Πολεμήσαμε την τυραννία από την εφηβεία μας, όπου και να τη συναντήσαμε… λόγω της πρόωρης καταδίκης, από τη μεριά μας, μιας κοινωνίας πλούσιων και φτωχών, πολυτέλειας και μιζέριας, άγνοιας και βαρβαρότητας, μια τέτοια κοινωνία είναι λάθος, και ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ. Αλλά δε ζητάμε εύσημα για ό,τι κάναμε. Συνεπώς προτιμάμε να μείνουμε στη σκιά» Το πνεύμα ανυποταξίας.

«Ακόμα κι όταν ήμασταν στη Ρωσία διαμαρτυρηθήκαμε ενάντια στην ισοπεδωτική μηχανή που είδαμε στην πιο δόλια έκφρασή της. Μπορώ να πω για μένα, και το σύντροφό μου Αλεξάντερ Μπέρκμαν, ότι δε χάσαμε καμία ευκαιρία να πάμε από τον ένα Μπολσεβίκο ηγέτη στον άλλον, να υποστηρίξουμε τα άτυχα θύματα της Τσε-Κα. Μας είπαν αδιάφορα: «περιμένετε μέχρι να κερδίσουμε όλα τα μέτωπα και τότε θα δείτε τη μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία να εγκαθιδρύεται στη Σοβιετική Ρωσία». Αυτή η διαβεβαίωση επαναλήφθηκε πολλές φορές τόσο πειστικά που αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε αν είχαμε κατανοήσει την επίδραση της Επανάστασης στα δικαιώματα του ατόμου, όσον αφορά την πολιτική άποψη. Αποφασίσαμε να περιμένουμε. Αλλά πέρασαν εβδομάδες και μήνες και δεν υπήρχε καμία ανάπαυλα στην αμείλικτη εξόντωση όλων των ανθρώπων που τολμούσαν να διαφωνήσουν ακόμα και στο ελάχιστο με τις μεθόδους του Κομμουνιστικού Κράτους. Ήταν μόνο μετά το μακελειό της Κρονστάνδης, που μαζί με το σύντροφό μας Αλεξάντερ Σαπίρο αισθανθήκαμε ότι δεν είχαμε το δικαίωμα να περιμένουμε κι άλλο, ότι ήταν επιτακτικό για μας τους παλιούς επαναστάτες να φωνάξουμε την αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά περιμέναμε μέχρι να τελειώσουν όλα τα μέτωπα, αν και ήταν πικρό να μένουμε σιωπηλοί όταν 400 πολιτικοί κρατούμενοι (διαφωνούντες) μεταφέρθηκαν βίαια από τις φυλακές Boutirka σε απομακρυσμένα σημεία. Όταν η Φάνι Μπάρον και ο Λεβ Τσέρνι δολοφονήθηκαν [Σημ: είχε στοιχειοθετηθεί μέχρι και η κατηγορία της «συμμετοχής» στην «παράνομη ομάδα Λεβ Τσέρνι», η οποία ήταν εφεύρημα των μπολσεβίκων που ισχυρίζονταν ότι διέθεταν και ντοκουμέντα που επιβεβαίωναν την ύπαρξή της]. Επιτέλους η άγια μέρα ήρθε, τα μέτωπα έκλεισαν. Αλλά η πολιτική ισοπεδωτική μηχανή συνέχισε, χιλιάδες συντρίφτηκαν από τους τροχούς της»

(Έμα Γκόλντμαν, Η Πολιτική Σοβιετική Ισοπεδωτική Μηχανή, Βαρκελώνη Δεκέμβριος 1936).

Το πόσο μακριά ήταν οι εργατικές μάζες της Ρωσίας από την ελευθερία μπορεί να ειδωθεί στο γράμμα της Μόλλυ Στάιμερ που ακολουθεί:

ΑΠΟΧΩΡΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ

Ανάμεσα σε άλλα που έχουν γραφτεί στον αμερικανικό τύπο είναι ότι είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη που φεύγω από τη Ρωσία, και ότι προτίμησα την εξορία στη Γερμανία από την ελευθερία στη Ρωσία. Αυτή η δήλωση που αποδίδουν σε μένα είναι ένα σκόπιμο ψέμα!

Είναι αλήθεια ότι η υποκρισία, μισαλλοδοξία και προδοσία των Μπολσεβίκων μου δημιούργησε ένα αίσθημα αγανάκτησης και εξέγερσης, αλλά, ως Αναρχική, δεν έχω καμία εκτίμηση ή υπεράσπιση για καμία κυβέρνηση καμμίας χώρας, και η δήλωση ότι προτιμώ την εξορία στη Γερμανία παρά την ελευθερία στη Ρωσία είναι γελοία και ψευδής.

Έκανα σαφές στον ανταποκριτή του τύπου με τον οποίο μίλησα ότι παρά τις δυσκολίες που είχα ν’ αντιμετωπίσω στη Ρωσία, λυπήθηκα βαθύτατα όταν έπρεπε να φύγω απ’ τη χώρα. Αυτό δεν ήταν αλήθεια όταν έφυγα από την Αμερική. Αν και έχω όλη μου την οικογένεια, καλούς συντρόφους και πολλούς αγαπημένους φίλους στις ΗΠΑ. Κι όμως, όταν απελάθηκα από εκεί από την καπιταλιστική κυβέρνηση, δεν το πήρα τόσο σοβαρά. Δεν ήταν έτσι στην περίπτωση της Ρωσίας. Ποτέ δεν ένιωσα τέτοια κατάθλιψη όπως όταν καταδικάστηκα σε εξορία από τη Ρωσία. Η αγάπη μου για τη Ρωσία και το λαό της είναι πολύ βαθιά για να χαρώ που είμαι στην εξορία, ειδικά σε μια περίοδο που δέχονται εξαιρετική καταπίεση και τις πιο άγριες διώξεις. Αντίθετα, θα προτιμούσα να είμαι εκεί, και μαζί με τους εργάτες και τους αγρότες, να ψάξουμε για ένα δρόμο για να σπάσουμε τις αλυσίδες της Μπολσεβικικής τυραννίας.

Θεωρώ τη Μπολσεβικική κυβέρνηση το χειρότερο εχθρό της Ρωσίας. Το σύστημα κατασκοπείας που έχει, είναι, ίσως, το χειρότερο σε όλο τον κόσμο. Η κατασκοπεία υπερσκιάζει όλη τη σκέψη, όλες τις δημιουργικές προσπάθειες και δράσεις. Παρά τις ιστορίες για το αντίθετο που διαλαλούν οι ξένοι παρατηρητές που πέρασαν λίγες εβδομάδες ή μήνες στο Ρωσικό έδαφος υπό Μπολσεβίκους οδηγούς, και παρά τις δηλώσεις αυτών που πληρώθηκαν από τους Μπολσεβίκους για τις υπηρεσίες τους, δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ ελευθερία γνώμης στη Ρωσία. Κανείς δεν επιτρέπεται να εκφράσει μια γνώμη αν δεν είναι υπέρ της άρχουσας τάξης. Αν κάποιος εργάτης τολμήσει να πει ο,τιδήποτε σε μια συνάντηση στο εργοστάσιό του ή το Συνδικάτο του, που δεν αρέσει στους Κομμουνιστές, είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί στη φυλακή ή θα λογοδοτήσει στους πράκτορες της GPU (το νέο όνομα της Tcheka) σαν αντεπαναστάτης. Χιλιάδες εργάτες, φοιτητές, άνδρες και γυναίκες υψηλών ακαδημαϊκών γνώσεων, όπως και αμόρφωτοι αλλά έξυπνοι αγρότες, σαπίζουν σήμερα σε Σοβιετικές φυλακές. Στον κόσμο λένε ότι είναι αντι-επαναστάτες και ληστές. Αν και είναι το πιο ιδεαλιστικό και επαναστατικό λουλούδι στη Ρωσία, κατηγορούνται ενώπιον του λαού με τις πιο ψευδείς κατηγορίες, ενώ οι διώκτες τους, οι «Κομμουνιστές» που εκμεταλλεύονται και τρομοκρατούν το λαό, αυτο-αποκαλούνται επαναστάτες και σωτήρες των καταπιεσμένων. Πίσω από την επαναστατική φρασεολογία κρύβουν πράξεις που σε καμία καπιταλιστική κυβέρνηση στη γη δε θα επιτρεπόταν να διαπράξει χωρίς να υπάρχει μια διαμαρτυρία από τον υπόλοιπο λαό.

Αφήστε με να δώσω μερικά παραδείγματα του πώς αντιμετωπίζουν το προλεταριάτο οι αποκαλούμενοι επαναστάτες:

Στις 5 Μαρτίου 1923, το Εργοστάσιο Ρούχων της Κεντρικής Κυβέρνησης στο Πέτρογκραντ μείωσε τα ημερομίσθια των εργατών 30%, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και χωρίς να δώσει καμία εξήγηση σε κανέναν. Όταν οι μισθοί δόθηκαν, κάθε εργάτης είχε την εντύπωση ότι αυτό ήταν λογιστικό λάθος, και πήγαν να ζητήσουν εξηγήσεις στο γραφείο, έτσι 1200 εργάτες πορεύτηκαν ταυτόχρονα για να ρωτήσουν γιατί έλειπε τόσο μεγάλο μέρος του μισθού τους. Αμέσως, ο διευθυντής του εργοστασίου απάντησε, ότι οι εργάτες έπρεπε να ήταν ικανοποιημένοι με αυτό που έπαιρναν και πρέπει να τους ευχαριστήσουν (τους διευθυντές και την κυβέρνηση) για το ότι τους δίνει και δουλειά. Έκπληκτοι σε μια τέτοια απάντηση και γεμάτοι αγανάκτηση, αποφάσισαν να μη συνεχίσουν τη δουλειά μέχρι να πάρουν μια ικανοποιητική απάντηση. Οι εκπρόσωποι των συνδικάτων καλέστηκαν ως εκ τούτου, αλλά αυτοί οι επίσημοι αρνήθηκαν να έρθουν έως ότου οι εργάτες επέστρεφαν στις μηχανές τους. Ο διευθυντής του εργοστασίου τους είπε επίσης ότι αν τολμούσαν να απεργήσουν, θα θεωρούνταν όλοι αντι-επαναστάτες και θα αντιμετωπίζονταν κατάλληλα. Αμέσως οι εργάτες κάλεσαν συνάντηση. Ενώ συζητούσαν τα παράπονά τους, μπήκαν οι εκπρόσωποι των συνδικάτων. Αλλά αντί να είναι θετικοί προς τους εργάτες, ένας απ’ αυτούς τους «υπεραπιστές των εργατών» χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και κραύγασε με βροντώδη φωνή: «Σας διατάζω να επιστρέψετε στη δουλειά σας».

Φυσικά, τέτοια συμπεριφορά δημιούργησε σε όλους τους παρευρισκόμενους μεγάλο επίπεδο διέγερσης. Η τάξη επανήλθε με πικρία και η συζήτηση συνεχίστηκε. Ένας ηλικιωμένος εργαζόμενος σηκώθηκε και συσχέτισε τις συνθήκες υπό τις οποίες ήταν αναγκασμένος αυτός και η οικογένειά του να ζουν, και ρώτησε πώς θα μπορούσε να μην πεθάνει της πείνας με τα άθλια μεροκάματα που έπαιρνε. Η περιγραφή της ζωής του ήταν ο καθρέφτης της ζωής που είχαν όλοι, και οδήγησε στην ακόλουθη μίζερη σκηνή. Όλοι ξαφνικά ξέσπασαν σε λυγμούς. Νέοι και γέροι, άνδρες και γυναίκες, έκλαιγαν όλοι, και πολλοί στο ακροατήριο λιποθύμησαν.

Μετά από μερικές ώρες ήρθαν αρκετοί αξιωματούχοι που αντιπροσώπευαν τη GPU, το Συνδικάτο και μαζί με τον αρχιδιευθυντή των εργοστασίων Ρούχων του Πέτρογκραντ, ανακοίνωσαν ότι τα μεροκάματα θα μειώνονταν μόνο 18% αντί για 30%. Οι εργάτες τότε αποφάσισαν να συνεχίσουν την εργασία και η ηρεμία επκράτησε στο εργοστάσιο. Αλλά στο τέλος της επόμενης εβδομάδας 120 εργάτες, που θεωρήθηκαν ότι ήταν πιο ειλικρινείς και αποφασισμένοι από τους άλλους, αποβλήθηκαν από το εργοστάσιο, και από το Συνδικάτο, και βρέθηκαν στη μαύρη λίστα. Δηλαδή σε όλα τα διαβατήριά τους γράφτηκε: «Πολίτης… που αποβλήθηκε από το Εργοστάσιο Ρούχων της Κεντρικής Κυβέρνησης για ανταρσία ενάντια στην Κυβέρνηση των Εργατών και Αγροτών, με το σκοπό της κατάληψης του εργοστασίου».

Τώρα, ας πάρουμε το παράδειγμα του εργοστασίου Σκόροκχαντ. Τον Ιούνιο του 1923 το Συνδικάτο Δερματοποιών και η Κομμουνιστική Επιτροπή του εργοστασίου Σκόροκχαντ αποφάσισαν, χωρίς να συμβουλευτούν τους εργάτες, ότι ένας χώρος του συνδικάτου της περιφέρειας θα έπρεπε να επισκευαστεί σε βάρος των εργατών του Σκόροκχαντ (περίπου 3000 στον αριθμό). Σε κάθε ένα τομέα έλεγαν ότι πρέπει να δουλέψουν 8 ώρες υπερωρίες για να καλύψουν τα έξοδα του συνδικάτου, και ότι «οι υπόλοιποι τομείς έχουν συμφωνήσει». Όλοι οι τομείς, χωρίς να ξέρουν ο ένας τον άλλον, αρνήθηκαν αγανακτισμένοι για τους ακόλουθους λόγους:

Επειδή το Συνδικάτο δεν είναι εργατικό, αλλά Κομμουνιστικό, μόνο κομμουνιστικές διαλέξεις γίνονται εκεί, και καμία άλλη δεν επιτρέπεται.

Επειδή ακόμη και αν συμφωνούσαν κατά κανόνα να δουλέψουν για λογαριασμό του συνδικάτου, δυσαρεστήθηκαν για την πράξη των αξιωματούχων του Συνδικάτου και της «Κομμουνιστικής» Επιτροπής, που αποφάσισαν γι’ αυτούς, σαν να ήταν οι φουκαράδες που θα έκαναν τη δουλειά.

Οι εργάτες απαίτησαν μια συνάντηση όλου του εργοστασίου. Αυτό δεν το επέτρεψαν το Συνδικάτο και η επιτροπή του εργαστήριου (που συνήθως αποτελείται από Κομμουνιστές ή συμπαθούντες των Κομμουνιστών). Εκείνη τη μέρα κανείς δεν έμεινε να κάνει υπερωρίες. Την επόμενη μέρα, όταν αυτή η άρνηση επαναλήφθηκε, οι πόρτες του εργοστασίου κλειδώθηκαν, και τα συνήθη «πάσο» που δίνονταν στους εργάτες για να φύγουν δε μοιράστηκαν. Περίπου οι μισοί εργάτες επέστρεψαν στη δουλειά και οι άλλοι μισοί περίμεναν μέχρι να περάσουν 2 ώρες και να ανοίξουν οι πόρτες. Κάθε βράδυ εκείνης της εβδομάδας γινόταν το ίδιο πράγμα. Οι πόρτες κλειδώνονταν και τα πάσο δε δίνονταν. Οι υπόλοιποι εργάτες που συνέχισαν να δουλεύουν το έκαναν λόγω του φόβου να μην αποβληθούν. Ως συνήθως, μια εβδομάδα αργότερα, αυτοί οι εργάτες των διάφορων τμημάτων που δε συμπεριφέρθηκαν σαν πρόβατα, αλλά έδειξαν χαρακτήρα και πνεύμα, αποβλήθηκαν.

Τον ίδιο μήνα –Ιούνιο του 1923– οι εργάτες του εργοστασίου και ναυπηγείου Πούτιλοβ κατέβηκαν σε απεργία, απαιτώντας αύξηση των μισθών τους και την κατάργηση της πρακτικής της αφαίρεσης μεγάλου μέρους του εβδομαδιαίου μισθού τους με υψηλή φορολογία. Η Κυβέρνηση επιβάλλει να δίνεται ένα μέρος από το μικρό μισθό που παίρνουν οι εργάτες στη Ρωσία σε διάφορους σκοπούς –χωρίς να παίρνει τη γνώμη των εργατών φυσικά– όπως στους ανάπηρους του Κόκκινου στρατού, τον Κόκκινο στρατό και το Στόλο Κόκκινων Αεροπλάνων, την «Πολιτιστική» δουλειά, συνδικαλιστικές εισφορές και άλλα αμέτρητα πράγματα. Λόγω αυτών των μειώσεων οι εργάτες, κατά καιρούς, δεν έπαιρναν ούτε το μισό μισθό τους.

Μετά από μια τριήμερη απεργία, οι μισθοί των εργατών στο Πούτιλοβ αυξήθηκαν. Αλλά δεν έγινε δεκτό το δεύτερο αίτημά τους, και οι εργάτες παρόλα αυτά συνέχισαν να δουλεύουν. Πάντως, σαν αποτέλεσμα της απεργίας, περίπου 400 εργάτες αποβλήθηκαν και 100 συνελήφθησαν. Το πιο τραγικό κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι ότι το Συνδικάτο και οι Επιτροπές Εργαστήριων, φυσικά υπό Κομμουνιστική διοίκηση, συμμετείχαν σ’ αυτές τις αποβολές και συλλήψεις, σε συνεργασία με τη διοίκηση του εργοστάσιου και το Πολιτικό Τμήμα της Κυβέρνησης, αφού υπάρχει νόμος στη Ρωσία σύμφωνα με τον οποίον δε μπορεί να αποβληθεί κάποιος εργάτης χωρίς τη συγκατάβαση του Συνδικάτου και της Επιτροπής Εργαστηρίου. Αλλά η Κυβέρνηση λύνει αυτό το πρόβλημα τοποθετώντας τους δικούς της πράκτορες σαν αξιωματούχους των Συνδικάτων και των Επιτροπών Εργαστηρίων.

Έτυχε να κρατηθώ στις ίδιες φυλακές που κρατήθηκαν οι 100 εργάτες του Πούτιλοβ. Όταν τους ρώτησα γιατί φυλακίστηκαν, έλαβα την απάντηση: «Μας κατηγορούν για αντεπανάσταση, ο Θεός ξέρει τι εννοούσαν μ’ αυτό».

Τα παραπάνω γεγονότα που αναφέρω αφορούν μόνο το Πέτρογκραντ. Αλλά υπάρχουν χιλιάδες παρόμοιες περιπτώσεις σε όλη τη σημερινή Ρωσία, και όμως οι Μπολσεβίκοι συνεχίζουν να δημοσιεύουν ιστορίες για τις μεγαλειώδεις συνθήκες και όσοι ζουν ελεύθερα, στη σκιά της GPU, δε μπορούν να πουν την αλήθεια στον κόσμο. Αν προσπαθήσει κάποιος να το κάνει, ή αν ακόμα προσπαθήσει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του μέσα στη Ρωσία, θα βρεθεί καταχωρημένος σαν αντεπαναστάτης ή ληστής, κινδυνεύοντας να συλληφθεί ανά πάσα στιγμή.

Όχι, ΔΕΝ είμαι χαρούμενη που είμαι έξω από τη Ρωσία. Προτιμούσα να είμαι εκεί και να βοηθώ τους εργάτες να πολεμήσουν τις τυραννικές πράξεις του υποκριτών Κομμουνιστών», (Μόλλυ Στάιμερ, Βερολίνο Νοέμβριος 1923).

Μετάφραση-Απόδοση: Αναρχικός Πυρήνας ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

«Ακόμα κι όταν ήμασταν στη Ρωσία διαμαρτυρηθήκαμε ενάντια στην ισοπεδωτική μηχανή που είδαμε στην πιο δόλια έκφρασή της. Μπορώ να πω για μένα, και το σύντροφό μου Αλεξάντερ Μπέρκμαν, ότι δε χάσαμε καμία ευκαιρία να πάμε από τον ένα Μπολσεβίκο ηγέτη στον άλλον, να υποστηρίξουμε τα άτυχα θύματα της Τσε-Κα. Μας είπαν αδιάφορα: «περιμένετε μέχρι να κερδίσουμε όλα τα μέτωπα και τότε θα δείτε τη μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία να εγκαθιδρύεται στη Σοβιετική Ρωσία». Αυτή η διαβεβαίωση επαναλήφθηκε πολλές φορές τόσο πειστικά που αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε αν είχαμε κατανοήσει την επίδραση της Επανάστασης στα δικαιώματα του ατόμου, όσον αφορά την πολιτική άποψη. Αποφασίσαμε να περιμένουμε. Αλλά πέρασαν εβδομάδες και μήνες και δεν υπήρχε καμία ανάπαυλα στην αμείλικτη εξόντωση όλων των ανθρώπων που τολμούσαν να διαφωνήσουν ακόμα και στο ελάχιστο με τις μεθόδους του Κομμουνιστικού Κράτους. Ήταν μόνο μετά το μακελειό της Κρονστάνδης, που μαζί με το σύντροφό μας Αλεξάντερ Σαπίρο αισθανθήκαμε ότι δεν είχαμε το δικαίωμα να περιμένουμε κι άλλο, ότι ήταν επιτακτικό για μας τους παλιούς επαναστάτες να φωνάξουμε την αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά περιμέναμε μέχρι να τελειώσουν όλα τα μέτωπα, αν και ήταν πικρό να μένουμε σιωπηλοί όταν 400 πολιτικοί κρατούμενοι (διαφωνούντες) μεταφέρθηκαν βίαια από τις φυλακές Boutirka σε απομακρυσμένα σημεία. Όταν η Φάνι Μπάρον και ο Λεβ Τσέρνι δολοφονήθηκαν [Σημ: είχε στοιχειοθετηθεί μέχρι και η κατηγορία της «συμμετοχής» στην «παράνομη ομάδα Λεβ Τσέρνι», η οποία ήταν εφεύρημα των μπολσεβίκων που ισχυρίζονταν ότι διέθεταν και ντοκουμέντα που επιβεβαίωναν την ύπαρξή της]. Επιτέλους η άγια μέρα ήρθε, τα μέτωπα έκλεισαν. Αλλά η πολιτική ισοπεδωτική μηχανή συνέχισε, χιλιάδες συντρίφτηκαν από τους τροχούς της» (Έμα Γκόλντμαν, Η Πολιτική Σοβιετική Ισοπεδωτική Μηχανή, Βαρκελώνη Δεκέμβριος 1936).

.