Κοινοποιησεις

Εξώφυλλο: Πρωινός καφές στην Κέρκυρα!
(Φωτογράφισε ο Δημ. Κονιδάρης)

Ω, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατό μου τέκνο, πού έδυ σου το κάλλος;
Χάθηκ’ ο ανθός μου, χάνομαι, χωρίς στον ήλιο μοίρα
Σήμερα κλαίει η Παναγιά το γιο της, το Σωτήρα.

Σαν όλα τα παιδιά του κόσμου σε μεγάλωσα, μα εσύ δεν ήσουν σαν εμάς. Κρυφή κρατούσα τη χαρά, να δει η μάνα το παιδί της αψηλό, να γίνεται θεός. Έτσι βλέπουν οι μανάδες τα παιδιά, μα η δική σου, γιε μου, περίμενε και να φανερωθείς. Λίγες στιγμές το πίστεψα, τις πιο πολλές φορές δεν ήξερα τι να την κάμω τέτοια πίστη. Ήσουν πολύ μικρός, όταν γελούσαν που έλεγες πατέρα σου τον Ιωσήφ. Ποιος Θεός, ποιος άγγελος θα τιμούσε τη φτωχή μητέρα σου… Μες στη ντροπή του κόσμου σε μεγάλωσα και κρυφά συντηρούσα το όνειρο. Κι όμως, παιδί μου, τώρα είναι που σε πιστεύω πιο πολύ, τώρα είναι που σε κοιτάζω σα Θεό. Να είναι η αγάπη που έδειξες, η δύναμη που βρήκες να τους συγχωρέσεις όλους; Ή μήπως η τυφλή ελπίδα πως δεν μπορεί ο γιος μου να πεθάνει, πως δεν μπορεί παρά ν’ αναστηθείς;
Όταν σε είδα να υποφέρεις, η λύπη έγινε πιο βαριά απ’ την ελπίδα. Μα η ελπίδα μου δεν έσβησε κι ας την καρφώσαν άγρια και άπονα οι οχτροί σου. Κι ας μου μένει ακόμα το πιο σκληρό καθήκον, αυτό που κάθε μάνα καταριέται.

(Καθώς έχει σκύψει το κεφάλι, όλα σκοτεινιάζουν. Δε βλέπει το μαύρο σύννεφο που έχει σκεπάσει το λόφο του Γολγοθά. Απορημένη κοιτάζει το σταυρό, κι εκεί πιο μαύρο το σκοτάδι).

Ωιμέ, πού είμαι τώρα εγώ, πού βρίσκεται ο γιος μου
Ποιος μου τον άρπαξε νεκρό, πού να ’ναι ο θησαυρός μου;
Βλαστάρι, παλικάρι μου, πού χάθηκες, καλέ μου
Ποιος μου σε πήρε, μάτια μου, αϊτέ μονάκριβέ μου;
Τι θα στολίσω η μαύρη εγώ, τι θα θρηνήσω τώρα
για ποιον λουλούδια θα βαστώ, για ποιον τα μαύρα δώρα
αφού είμαι μάνα δίχως γιο και μνήμα δίχως σώμα…

(Το σύννεφο απομακρύνεται, οι σταυροί διακρίνονται και πάλι καθαρά. Στα δεξιά του λόφου, πίσω απ’ τους σταυρούς, ένα δέντρο γυμνό σχεδόν, μόνο στις άκρες ξεμυτίζει λίγο πράσινο. Δυο νεκροπούλια κάθονται υπομονετικά στα κλαδιά και περιμένουν να φύγει ο κόσμος. Κάπου-κάπου κρώζουν και βαραίνει περισσότερο η πένθιμη ατμόσφαιρα. Η Μαρία στρέφει προς αυτά το βλέμμα της).

Μαύρα πουλιά του χάροντα κι αφέντες του θανάτου,
αυτού ψηλά που κάθεστε, πείτε τι καρτεράτε.
Αν είναι σάρκα για φαΐ, να πάω να σας φέρω,
αν είναι αίμα για πιοτί, τρέχω να σας ποτίσω.
Μα αν είναι για το γιόκα μου, τον πιο ’μορφο λεβέντη,
άδικα που προσμένετε, κακό κι αν κατεβείτε.
Εγώ είμαι η μάνα του Θεού και χάρο δε λογιάζω,
ντύνω, στολίζω το παιδί, με μυρωδιές το λούζω,
λίγο να μου ξεκουραστεί και πάλι περπατάει.

(Στον απέναντι λόφο μερικά παιδιά κινούνται χορευτικά φορώντας μαγιάτικα στεφάνια στο λαιμό τους. Η γη είναι πράσινη και ο μαύρος ουρανός δε φαίνεται να τα φοβίζει, θα μπορούσαν ακόμα και να τραγουδάνε. Η Μαρία τα βλέπει και τα καλοτυχίζει).

Καλότυχες οι μάνες σας, καλότυχοι οι γονιοί σας
που καρτερούν το λιόγερμα να σας γλυκοφιλήσουν.
Εγώ είμαι μαύρη κι άραχνη, νεκρή κι ας σας μιλάω,
ένα παιδάκι γέννησα, δεν έχω άλλον κανένα.
Σύρτε, φευγάτε σπίτια σας, τι εγώ θα σαβανώσω,
τα λούλουδα, την άνοιξη, τον ήλιο, τον υγιό μου.

(Σταματάει να κινείται και στρέφεται ξανά στο σταυρό).

Γιε μου, τούτη η Παρασκευή δεν είναι σαν τις άλλες. Ετούτη η Παρασκευή είναι η πιο μεγάλη μέρα του θανάτου.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ
Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη