Κοινοποιησεις
ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ Ο ΚΑΙΡΟΣ ήταν έξοχος -ο ουρανός πουδραρισμένος με φαρδιές χρυσαφιές κηλίδες
φως σαν λευκό κρασί που έχει πιτσιλίσει τον Δημόσιο Κήπο-, η δεσποινίς Μπριλ χαιρόταν
που είχε αποφασίσει να φορέσει τη γούνα της.
Ο αέρας στεκόταν ασάλευτος αλλά, μόλις άνοιγες το στόμα σου, αισθανόσουν
μια ελάχιστη παγωνιά, σαν την ψύχρα από ένα ποτήρι παγωμένο νερό
προτού ρουφήξεις μια γουλιά, και, κάθε τόσο, ένα φύλλο στριφογύριζε μπροστά, σου – ουρανοκατέβατο.
Η δεσποινίς Μπριλ σήκωσε το χέρι και άγγιξε τη γούνα της. 
Τι γλυκό πραγματάκι! 
Τι όμορφο να τη νιώθουν πάλι τα δάχτυλα της. 
Την είχε βγάλει από το κουτί εκείνο το ίδιο απόγευμα, την είχε τινάξει 
για να φύγει το αντισκορικό, την είχε βουρτσίσει γερά 
και της είχε ξαναζωντανέψει τα θαμπά της ματάκια. 
«Τι έχω πάθει;» έλεγαν μαραζωμένα τα ματάκια.
 Α, τι απολαυστικό να τα ξαναβλέπει να την αγριοκοιτάζουν από το πουπουλένιο πάπλωμα!… 
Η μύτη όμως, που ήταν καμωμένη από κάτι μαύρο, δεν στεκόταν καλά στη θέση της. 
Κάπου πρέπει να χτύπησε, πού να ξέρεις. Δεν χάλασε ο κόσμος! 
Λιγάκι μαύρο βουλοκέρι σαν φτάσει η ώρα, όταν θα είναι απολύτως απαραίτητο… 
Α, κατεργάρικο! Ναι, ακριβώς έτσι ένιωθε. 
Ένα κατεργάρικο που δάγκανε την ουρά του πλάι στ’ αριστερό της αυτί. 
Θα μπορούσε να το βγάλει, να το στρώσει στα γόνατα της και να το χαϊδέψει.
Ένιωθε ένα μυρμήγκιασμα σε χέρια και μπράτσα, αλλά μάλλον από το περπάτημα ήταν. 
Κι όταν ανάσανε, κάτι ανάλαφρο και θλιμμένο -όχι, όχι ακριβώς θλιμμένο- 
 
κάτι τρυφερό σαν ν’ αναδεύτηκε στο στήθος της.

(Απόσπασμα από το διήγημα «Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΠΡΙΛ» 
Απο το βιβλίο Το ΓΚΑΡΝΤΕΝ ΠΑΡΤΙ της ΚΑΘΡΙΝ ΜΑΝΣΦΙΛΝΤ, σε μετάφραση της Μαρίας Λαϊνά, εκδ. ΣΜΙΛΗ)