Κοινοποιησεις

«Είπε πώς θα χόρευε μαζί μου αν της πήγαινα κόκκινα τριαντάφυλλα», φώναξε ο νεαρός φοιτητής, «αλλά σ’ ολόκληρο τον κήπο μου δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο!». Απ’ τη φωλιά του στη βαλανιδιά, το αηδόνι τον άκουσε, και κοιτάζοντας έξω ανάμεσα απ’ τα φύλλα, έμεινε απορημένο.
«Ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο σ’ ολόκληρο τον κήπο μου», φώναξε εκείνος, και τα όμορφα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Αχ! από τί μικρά πράγματα εξαρτιέται ή ευτυχία! Διάβασα όλα όσα είπαν οι σοφοί του κόσμου, κι όλα τα μυστικά της φιλοσοφίας είναι δικά μου, κι όμως, για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ή ζωή μου γίνεται συντρίμμια».
«Επί τέλους, να ένας αληθινά ερωτευμένος», είπε το αηδόνι. «Κάθε νύχτα του τραγουδούσα ακόμα κι αν δεν τον γνώριζα• κάθε νύχτα έλεγα την ιστορία του στ’ αστέρια, και τώρα τον βλέπω• τα μαλλιά του είναι σκούρα σαν το ανθός του υάκινθου, και τα χείλια του κόκκινα, όμοια με το τριαντάφυλλο του πόθου του• όμως, το πάθος έκανε το πρόσωπο του ωχρό ελεφαντόδοντο κι η λύπη σφράγισε το μέτωπο του».
[…]
Κι έτσι τ’ αηδόνι πέταξε πάνω απ’ την τριανταφυλλιά που φύτρωνε κάτω απ’ το παράθυρο του φοιτητή.
«Δος μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», της φώναξε, «κι εγώ θα τραγουδήσω το πιο γλυκό τραγούδι μου».
Όμως η τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της.
«Τα λουλούδια μου είναι κόκκινα», αποκρίθηκε, «κόκκινα σαν τα πόδια των περιστεριών, πιο κόκκινα απ’ τα πελώρια κοράλλια πού όλο λικνίζονται στις σπηλιές του ωκεανού. Μα η βαρυχειμωνιά μου πάγωσε τις φλέβες, κι η καταιγίδα έσπασε τα κλαδιά κι έτσι, αλίμονο μου, τούτο το χρόνο δε θ’ ανθίσω».
«Μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ζητάω», φώναξε τα’ αηδόνι, «μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! πώς να τ’ άποχτήσω;».
«Υπάρχει κάποιος τρόπος», απάντησε ή τριανταφυλλιά, «όμως• είναι τόσο σκληρός πού δεν τολμώ να στο προτείνω».
«Πες μου τον», είπε τ’ αηδόνι, «δεν φοβάμαι».
«Αν θέλεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», αποκρίθηκε ή τριανταφυλλιά, «πρέπει να το γεννήσεις απ’ τη μουσική, κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο, κι υστέρα να το βάψεις με το ίδιο το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να τραγουδήσεις για μένα με το στήθος σου πάνω στ’ αγκάθι. Όλη τη νύχτα θα μου τραγουδάς, και το αγκάθι θα τρυπήσει την καρδιά σου, και το αίμα σου θα κυλίσει μες στις φλέβες μου, να γίνει δικό μου».
«Ο θάνατος είναι ακριβή τιμή για ένα τριαντάφυλλο», φώναξε τ’ αηδόνι, «κι η ζωή είναι αλήθεια όμορφη. Είναι όμορφα να κάθεσαι στο πράσινο δάσος και να κοιτάς τον ήλιο πάνω στο χρυσό του άρμα και το φεγγάρι στο δικό του το μαργαριταρένιο. Γλυκό είναι το άρωμα των ασπραγκαθιών, και πιο γλυκές οι καμπανέλες που κρύβονται μες στην κοιλάδα, και τα ρείκια σαν τα φυσάει ο άνεμος ατό λόφο. Κι όμως, η αγάπη είναι πιο όμορφη απ’ τη ζωή. Και τί αξίζει η καρδιά ενός πουλιού μπρος στην καρδιά του ανθρώπου;».
[…]
Ολάκερη τη νύχτα τραγούδησε το αηδόνι, καθώς το αγκάθι έμπαινε βαθειά, και πιο βαθειά στο στήθος του, βυζαίνοντας το αίμα της καρδιάς του.
[…]
Αδύνατο, αδύνατο γινόταν το τραγούδι του, κι ένοιωσε κάτι σαν πετάρισμα στο λαιμό του. Κι ολόξαφνα ξέσπασε το στερνό τραγούδι. Το θαμπό φεγγάρι, ακούγοντας το ξεχάστηκε στον ουρανό, και μαζί του ξεχάστηκε να ξεπροβάλλει κι η αυγή. Το τριαντάφυλλο το άκουσε κι αυτό, κι ανατριχιάζοντας από έκσταση άνοιξε τα πέταλα του στο κρύο πρωινό ψυχρό αγέρι.
Η ηχώ το άδραξε και το ταξίδεψε στις πορφυρές σπηλιές της στους λόφους, διώχνοντας έτσι τα όνειρα απ’ τα κλειστά ματόφυλλα των βοσκών, το’φερε πάνω απ’ τις καλαμιές τ’ ακροπόταμου, κι εκείνος φώναξε το μήνυμα ως τη θάλασσα.
«Κοίταξε! κοίταξε!», φώναξε η τριανταφυλλιά χαρούμενη, «το τριαντάφυλλο τέλειωσε πια!».
Μα η φωνή της πέρασε πάνω απ’ το αηδόνι δίχως να το αγγίξει, καθώς εκείνο κείτονταν νεκρό μες το ψηλό χορτάρι, μ’ ένα πελώριο αγκάθι στην καρδιά.
Το μεσημέρι ο φοιτητής άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω.
«Ω! τι ευτυχία!», φώναξε, «να ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! ποτέ μου δεν έχω δει ένα τόσο κόκκινο τριαντάφυλλο. Είναι υπέροχο, τόσο όμορφο που είμαι βέβαιος, πώς πρέπει νάχει ένα μεγάλο Λατινικό όνομα», και χαμηλώνοντας το’κοψε.
Έπειτα, φόρεσε το καπέλο του κι έτρεξε με βία στο σπίτι του καθηγητή του, κρατώντας το τριαντάφυλλο στο χέρι.
Η κόρη του καθηγητή καθόταν στην εξώπορτα και τύλιγε γαλάζιο μετάξι σε ανέμη, ενώ ο μικρός της σκύλος ήταν κουλουριασμένος μπρος στα πόδια της.
«Είπες πως θα χόρευες μαζί μου αν σου’φερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», φώναξε ο φοιτητής. «Να, λοιπόν, το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο στον κόσμο. Θα το στηρίξεις πλάι στην καρδιά σου απόψε, κι όπως θα χορεύουμε αγκάλη θα σου μιλάει για την αγάπη μου».
Όμως το κορίτσι σκυθρώπιασε. «Φοβάμαι πως δεν ταιριάζει με το φόρεμα μου», αποκρίθηκε, «κι ακόμα ο ανηψιός του αρχιθαλαμηπόλου μου’στειλε αληθινά πετράδια• κι όλοι γνωρίζουν, φυσικά, πως τα πετράδια κοστίζουν περισσότερο απ’ τα λουλούδια».
«Λοιπόν, στο λόγο της τιμής μου, είσαι αχάριστη πολύ» είπε ο φοιτητής οργισμένος και πέταξε το τριαντάφυλλο σε μια γούρνα με λασπόνερα, ώσπου ένα κάρο πέρασε από πάνω του… […]

(Σε μετάφραση Ελένης Μπόλλη, από το βιβλίο Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΡΟΔΙΕΣ των εκδόσεων Στοχαστής)