Κοινοποιησεις
Αν γνώριζα
αν ήξερα
ή έστω με απασχολούσε
για μια φορά στα σοβαρά
μία χιονονιφάδα
πόσο ουρανό διένυσε
μέχρι να βρει το μάτι
Πόσο βαθιά είν’ η πτώση της
απ’ του Θεού το στόμα
σε ποιούς ανέμους άντεξε
γαλακτοπλουμισμένη
η κόρη της λευκοπηγής
και του χιονιά η νυφάδα
η αραχνοΰφαντη στιγμή
η αγνή ευαισθησία
που απλώνει το φουστάνι της
σαν σαντιγύ στο χώμα
πώς θα μπορούσα άναυδος
να μή σταθώ για πάντα;
Μπροστά της πώς θα ημπόραγε κάτι άλλο να κερδίσει
το νου μου, τις αισθήσεις μου
την πιο σοφή μου ρήση;
Μία χιονονιφάδα
Πώς μπόρεσα μοναδική ή ίδια να την κρίνω;
Σε ποιό όνειρο την έκρυψα κι έγινε δεδομένη;
Πώς τό ‘παθα πιστεύοντας ο δόλιος ό,τι βλέπω
έτσι ζαβός να πορευτώ
σε μια ζωή μεγάλη;
Και προπαντός
το χρόνο μου πώς έχασα
που το αίμα μου δεν έκανα
για αυτήν
ευγνωμοσύνη
.

(CoverPhoto: Tom Ross)