Κοινοποιησεις

.
Κυριακή πρωί είναι η μέρα που αλλάζω τα σεντόνια μου.
Ξυπνώ όπως πάντα νωρίς αλλά δεν εγκαταλείπω το κρεβάτι εάν δεν προχωρήσει πρώτα η μέρα.
Αν δεν υποχωρήσει για την ακρίβεια στην αργία μου.
Είναι που κανένα μεταφορικό μέσο δε με περιμένει να τρέξω να το προλάβω για να πάω στη δουλειά. Τίποτα επείγον που θα πρέπει να διευθετήσω.
Μόνο η Κυριακή.
Ανοίγω τα μάτια και χαμογελώ στον απέναντι τοίχο που μοιάζει πιο φωτεινός από τις άλλες ημέρες. Ίσως έχει κι άλλο χρώμα που αλίμονο ξεφτά τις καθημερινές.
Ανταποδίδει το χαμόγελο και μου τραβά δήθεν αυστηρά το χέρι.
«Έλα επιτέλους, σήκω τεμπέλα».
Το ράφι που φυλάω τα σεντόνια μου είναι ψηλά. Τεντώνομαι νωχελικά, χασμουριέμαι μια τελευταία φορά και το ανοίγω.
Όποιο σετ είναι πάνω-πάνω αφήνεται με προθυμία στα τυφλά μου δάχτυλα. Πάντα θυμάμαι να ξεχνώ να τα τοποθετώ εκεί με σειρά συγκεκριμένη.
Όπως να ναι λοιπόν για να βλέπω μετά ποιο θα κοιμηθεί στο κρεβάτι μου.
Κόκκινα τριαντάφυλλά κι ένας του δειλινού ήλιος για σήμερα.
Όμορφα που είναι!!!
Καθώς απλώνω το κατωσέντονο με μια και μοναδική – έμπειρη πια- κίνηση, νιώθω πως είμαι το μοναδικό πλήρωμα ενός ιστιοφόρου που λύνει τα πανιά του για να σαλπάρει. Ακούω τον μαγικό ήχο που παράγει ο άνεμος καθώς αναδεύει το καραβόπανο.
Καπετάνιος, πλήρωμα, επιβάτης μονάχα ένας.
Εγώ.
Ακολουθεί το μαξιλάρι μου…. Ακριβό εισιτήριο για άγνωστα ταξίδια αμέσως μόλις σφαλίσω τα μάτια μου.
Ξέρω από πριν πως δεν θα συναντήσω μόνο ακύμαντη θάλασσα και δελφίνια που θα ξεπροβάλλουν από το νερό ακολουθώντας τη δική μου ρότα. Ούτε λιμάνια μόνο που θα με αποχαιρετούν με αγάπη και θα με υποδέχονται με νοσταλγία.
Ξέρω από πριν ότι θα βρω και φουρτούνες που θα προσπαθήσουν να τσακίσουν στα βράχια το καράβι μου. Νοερά θα βουλιάξει το σκαρί και γω θα παλεύω να κρατηθώ σε ένα τόσο δα κομματάκι ξύλου. Θα ψάχνω μια στάλα στεριάς να σωθώ.
Θα βρω εφιάλτες.
Οι νύχτες μου ποτέ δεν είναι ίδιες: Λιμάνια, δελφίνια, φουρτούνες και απειλητικά κύματα με επισκέπτονται κατά βούληση αμέσως μόλις σφαλίσω τα μάτια μου.
Ας είναι …. Δε θα φοβηθώ πολύ.
Το πανωσέντονό μου.. Ο φύλακας των νυχτερινών μου διαδρομών.
Απαλά θα καλύψει το σχήμα μου για να μη μάθεις κανείς, κανείς σε ποιες θάλασσες αρμένισα.
Θα χαϊδέψει τους ώμους μου ξέροντας πως στη διάρκεια της νύχτας θα γίνει σωσίβιο για να γαντζωθώ πάνω του προσπαθώντας να ξεφύγω απ’ τα πελώρια κύματα.
Θα γίνει δρόμος και θα απομείνει κουβαριασμένο στα πόδια μου, κατάκοπο από τις αναρίθμητες, ξυπόλητες διαδρομές που κράτησαν δευτερόλεπτα.
Θα γίνει υφασμάτινη σκάλα που θα καταλήγει στο ξύλινο δάπεδο έτοιμη να την αρπάξω και να αποδράσω γενναία από το δυσθεώρητο ύψος του κρεβατιού μου.
Χωρίς το πανωσέντονό μου τι θα έκανα;
Το γεμάτο κόκκινα τριαντάφυλλα κι έναν του δειλινού ήλιο για την όποια Κυριακή μου.

Προηγούμενο άρθροΜΕ ΣΤΟΜΑ ΠΟΥ ΓΕΛΑ | Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Σωκράτης Μάλαμας
Επόμενο άρθροΔε σ’ αγαπώ | Πάμπλο Νερούδα
ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΔΥΛΗ
Ζω σε μια πόλη με θάλασσα, κατάγομαι από μια πόλη με λίμνη. Παντού νερό… Εγώ όμως δηλώνω της γης επειδή δεν μπορώ να δηλώσω αερικό. Γράφω συνέχεια ακόμα κι όταν δεν κρατώ στυλό, ακόμα κι όταν μου λείπει το χαρτί εγώ γράφω. Καταγράφω είναι μάλλον η σωστή λέξη. Επίμονα, επίπονα καταγράφω συναισθήματα: Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρώ. Έκρυψα σε ένα βιβλίο τις πρώτες καταγραφές, για να μην τις χάσω. Πλυμένα Λάβαρα και γω υπογράφοντας συγγραφέας του, ταυτόχρονα υποσχέθηκα να συνεχίσω -χωρίς στυλό χωρίς χαρτί- να ψάχνω συναισθήματα : Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρω. Πιστεύω στον καλύτερο μας εαυτό όμως δε με ξαφνιάζει και ο χειρότερος. Ονειροβατώ με ρεαλιστικό τρόπο κι έτσι στριμώχνω μια δική μου ανεπίσημη πραγματικότητα μέσα στην άλλη. Την επίσημη. Αγαπώ τις αυθόρμητες πράξεις, απεχθάνομαι τις σκόπιμες απραξίες. Θυμάμαι το χθες, περιμένω το αύριο, ζω το τώρα.