Κοινοποιησεις

Φωτογραφία: ΓΙΩΤΑ ΤΖΟΤΖΟΛΗ “ΛΕΥΚΑ”

Δεν θα έγραφα για εσένα ποτέ αλλά όποτε λέω ποτέ, γελοιοποιώ τον εαυτό μου.

Θα ήταν πολύ βολικό να αρχίσω να γρυλίζω από πόνο και να φτύνω βρώμικες λέξεις για εσένα αλλά δεν θα το κάνω, γιατί τα ξημερώματα όλους τους συγχωρώ κι εμένα την ίδια.
Ξέρεις πολύ καλά τί παθαίνω τα ξημερώματα.
Φοβάμαι μη ξυπνήσω το πρωί και χαθούν όλα όσα αγαπώ.
Φοβάμαι τις προγραμματισμένες δόσεις θανάτου.

Όλο λες να κοιμηθώ κι όλο σου λέω πώς είναι μάταιος ο ύπνος.

Φοβάμαι τις συνθήκες μην έρθουν εναντίον μας. Εναντίον της αγάπης μας.
Φοβάμαι μην ανατιναχτούν τα αυτοσχέδια εκρηκτικά που έχουμε για καρδιές, φοβάμαι μη δεν αντέχω άλλο να ζω χωρίς εμάς.
Φοβάμαι το κατρακύλισμα στη φτήνια συναισθημάτων.
Φοβάμαι την έκπτωση, αυτό φοβάμαι..

Τι παθαίνουν οι άνθρωποι όταν μεγαλώσουν;
Ωριμάζουν; Αρρωσταίνουν βαριά;
Ή δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη δυσκολία που κρύβει ο κόσμος του άλλου;

Και τότε κατάθλιψη και τότε χάπια και τότε μαύρα πνευμόνια από παλιοτσίγαρα και τότε μόνοι..

Κάτι άλλο έλεγα όμως..
Πώς σε θυμήθηκα, ενώ είχα πει πώς θα σε ξεχάσω, πώς ποτέ δεν θα γράψω για εσένα.
Τα ξημερώματα πάντα με πουλάνε γι’ αυτό ποτέ δεν τα εμπιστεύτηκα.
Ήσουν η καλύτερή μου φίλη, η ελευθερία μου, η μήτρα μου, η μάνα μου, η αγκαλιά μου, η θαλπωρή μου, η ζεστασιά μου.
Το ξέρω καλά πώς στα έχω ξαναπεί, αλλά έτσι είμαι εγώ, βαρετή επίμονη και εμμονική
Αλλά σε αγαπάω ηλίθια .
Τώρα δεν σε θυμάμαι, είπαμε τα ξημερώματα φταίνε…

Δίναμε η μία στην άλλη κουραστική, υπερβολική αγάπη.

Όσο και να θέλαμε να το παίξουμε δυνατές όσο και να τσινούσαμε..
Πόσο ψέμματα όλα! Κι εσύ το ήξερες κι εγώ..

Τί παθαίνουν οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουν;
Ωριμάζουν; Αρρωσταίνουν βαριά, ή δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη “δυσκολία” που κρύβει ο κόσμος του άλλου;

Όλα τα σχολικά χρόνια μαζί σου, είχαν μια γεύση ανάμεικτη.
Γεύση ανεμελιάς και μελαγχολίας.
Γυρνούσαμε γρήγορα από το σχολείο, παρατούσαμε τους γκόμενους και τρέχαμε με κολλημένες παλάμες να στάζουν ιδρώτα αλα Θέλμα και Λουίζ, σπίτι σου, στην αγκαλιά της απεραντοσύνης του κρεβατιού σου, πού μας περίμενε να κάνουμε όνειρα και να φάμε πατατάκια με φέτα οι γελοίες…

Την παιδικότητά μας τώρα, από απόσταση τη συγχωρώ.

Πόσο πιο βολικό θα ήταν να σε κατηγορήσω για όλα.
Αυτή η πνιγηρή μελαγχολία δεν με αφήνει όμως.
Νομίζεις πως σπαταλήσαμε δεκαετίες σε ακατοίκητα όνειρα;
Γίναμε φτηνές; Φοβηθήκαμε τους οργασμούς; Τον ίδιο το φόβο;
Ξεπουληθήκαμε στην πορνεία των “θέλω” τους; Ξέρεις τί εννοώ..
Θάψαμε τους νοσταλγούς και τώρα μας έμειναν οι μαριονέτες;

Αλλάζει όμως η αγάπη; Αλλάζει; Όχι, δεν αλλάζει.
Τα ξημερώματα πάντα με πουλάνε.
Όλα είναι ήσυχα πια..

Έγινε μια κλοπή. Αυτό μού λένε.
Εγκαταλείφθηκα. Αυτό το ξέρω.
Με ανάγκασαν να πάω προς τα πίσω.
Με ανάγκασαν να πάω προς τα εμπρός.
Με πέρασαν από χέρι σε χέρι σαν μια πιατέλα φρούτα.
Κάθε βράδυ με καρφώνουν σ’ ένα μέρος και ξεχνώ ποια είμαι..

Ανν Σέξτον