Κοινοποιησεις

Όταν κάποτε το έβγαλα έξω, δίπλα στον σκουπιδοντενεκέ
Φαινόταν τόσο μαραμένο και βρωμερό,
Τόσο γελοίο κι εύπιστο, σαν ένα άρρωστο κανίς,
Η ένας ξεπεσμένος αστέρας στα τέλη του Σεπτέμβρη,
Το ‘φερα πάλι μέσα
Για μια νέα ρουτίνα –
Βιταμίνες, νερό, και όποια άλλη
Συντήρηση έμοιαζε λογική
Εκείνη την εποχή: είχε ζήσει
Τόσον καιρό με τζιν, τσιμπιδάκια, μισοκαπνισμένα πούρα,
Ξινισμένη μπύρα,
Τα ζαρωμένα του πέταλα έπεφταν
Στο ξεθωριασμένο χαλί, το άνοστο
Λίπος της μπριζόλας κολλούσε στα χνουδωτά του φύλλα.
(Ξεραμένο, έτριζε σαν τουλίπα).

Νίλες που τράβηξε! –
Τις χαζές κυρίες που τσιρίζουν μες στη νύχτα
Ή εμάς τους δύο, μόνους, άθλιους,
Εμένα να ξεφυσώ το μεθοκόπι μου πάνω του,
Να σκύβει εκείνο από τη γλάστρα του έξω στο παράθυρο.
Κατά το τέλος, έμοιαζε να με ακούει σχεδόν –
Μα αυτό ήταν τρομακτικό –
Τόσο που, όταν εκείνη η καθαρίστρια με τη φωνακλάδικη
Βλακεία της το πέταξε μαζί με τη γλάστρα, στα σκουπίδια,
Δεν είπα κουβέντα.
Απέλυσα όμως την ξιπασμένη στρίγγλα την επόμενη εβδομάδα
Κι έτσι μονάχος απέμεινα.
.
(Από το βιβλίο: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ |
Επιλογή – Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς | Εκδόσεις: Ηριδανός)