Κοινοποιησεις

 

Σώπασε, απάνω στο χαρτί μην τον φοβάσαι τον Χάρο.
Η νύχτα ηρέμησε κι η ψυχή αγρίεψε.
Έτσι που αλλάζει – βιαστικά, με χάρη – νυχτικά,
προσπαθώ να την γδύσω.
Μακραίνει η κλωστή και το μελάνι δεν αρκεί
για να την προφτάσει.
Κι χρόνος λεπτός, δεν ακούει στα παχυλά χοροπηδητά
της στενόμακρης Ήττας.
Σώπασε, εδώ είσαι ασφαλής,
τη μιλιά κανενός δεν θ’ ακούσεις
ούτε χέρι βροντερό τον ουρανό σου δεν θα γκρεμίσει.
Νέο παιδί που γίνεσαι πάλι, σε βλέπω,
κι έχω για σένα δώρο.
Τα φυλαχτά του γαλανού θα σε κομίζουν
και τ’ ανθάκια λεμονιάς να σε δροσίζουν,
κανέλες ή μελίσσια δεν σου χω κρατημένα.
Μου τ’ έκλεψαν πρόωρα σ’ ένα παζάρι με την γύμνια,
ορφάνεψαν οι αισθήσεις.
Μα για κρεβάτι, θα βρέξω λίγες παύσεις,
για κρυψώνα παρένθεση αγκυλωτή,
να μην πονά η μέση σου στα στάχυα θαυμασμού.
Κι αν κάποιου απ’ της λαμπάδας σου το φως στάξει,
δεν θα σ’ αφήσω να καείς,
θα ‘χω φορεμένες γυάλινες σκιές,
έτσι που ως κι η κοιλιά σου καθρέφτης προβολών μονάχα θα ναι,
δεν θα χτυπά από μέσα το φοβισμένο έντερο,
ούτε θα γεννηθεί πόνος ακούσιος.
Ησύχασε πληγή ασάλευτη,
το φως μου θα σου σβήσω,
μες στην παρόμοιας ασημαντότητας των όλων,
μες στην παρόμοια ανυπαρξία των περαστικών.
Δεν θα φανερωθείς γέννημα θρέμμα, απαίδευτη ακόμα.
Ησύχασε πληγή ανεπηρέαστη,
όσες κόκκινες τουλίπες βρω, θα σου τις φυτρώσω
κι όσες περσινές μαργαρίτες ξεθάψω θα σου τις προσφέρω
άμα γεράσεις.
Σου πήρα τον ήλιο, μην βογκείς.
Ταράζομαι έτσι που προσπαθώ να μ’ απορρίψω λίγο πριν ξημερώσει.