Κοινοποιησεις

 

 

Οδός Καβάφη 18. Ημέρα με φως που χυλώνει
τις κόκκινες ουλές από υπερβολική δόση παγωμένης σκέψης.
Υπνωτικά για να μην νιώθουμε λένε και τα στριμώχνουν
στα μαξιλάρια μας.
11η  του Νοέμβρη, ημέρα του Αγίου Βικέντιου,
του ιερομάρτυρα της Ισπανίας.
Ήτανε που κάποτε μιλούσα πιο πολύ κι από τους πολλούς
και βιαζόμουν όλες τις λέξεις να προφτάσω να  αρθρώσω.
Λες κι γνώριζα το τέλος, το σύντομο αυτοφονικό.
Λες και με μαρτυρούσα , μοιρολογώντας με.
Είναι που πια, παύω να πιστεύω  σε όσα λένε.
Πάντα θα λένε. Και δε μιλώ πια πολύ.
Μονάχα όταν έρχεσαι μιλώ και κουνιέμαι σαν τρελαμένη, γουστόζικη Καρίνα.
Άννα τ΄όνομα της. Σαν και της μητέρας μου.
Μπέρδεμα που μου προκαλούν τα ονόματα, τα επίθετα,
οι ηλικίες κι οι ασχολίες σας.
Σάμπως με νοιάζουν;
Φυτρωμένα τούβλα ως και κάτω απ’ τη γη,
για να ξέρουμε τ’ όρια μας.
Ποια τ’ όρια μας;
Λες κι άμα είμαι πενήντα με πρησμένη κοιλιά,
λιγοστές άσπρες τρίχες και τα χέρια μου βρωμάνε
χλωρίνες και κρεμμύδια, δεν μπορώ να ερωτευτώ;
Να φύγω απ’ εδώ;
Ή άμα είμαι από την Βουλγαρία, μέσα στο φορτηγό με
τα κατεψυγμένα κρέατα, με τις πράσινες σφραγίδες και
με λουστρίν κόκκινη φούστα, που άμα κάνω πως σκύβω ως
κι η λεπτή γραμμή απ’ το βρακί θα φανεί, με ξανθά μαλλιά,
βαμμένα ως την ξεχαρβαλωμένη ρίζα και με γαντζωτά ροζ νύχια,
που άμα κι μου επιτεθείς, μια κρατς να σου κάμω
στην κοιλιά κι ως και το συκώτι σου θα πεταχτεί,
δεν μπορώ να γράφω για την ελευθερία;
Ή αν είμαι γάτα λευκή, από κείνες τις σπάνιες,
που τις αγοράζουν για χρυσό κι τις πλένουν, τις ταΐζουν,
σαν να ναι βασίλισσες, δεν μπορώ να ζήσω δίπλα στα
σκουπίδια μαζί με την κυρία Σούλα, που έρχεται κάθε πρωί,
μπας κι βρει καμιά μισοτελειωμένη κονσέρβα ή καμιά μπαγιάτικη
κίτρινη κόρη να με ταΐσει.
Μα τι λέω. Παρανόηση.
Το παθαίνω συχνά, λες κι η σάρκα μου ανήκει στον
σκληρό και βάρβαρο κόσμο σας, αλλά το μυαλό μου στροβιλίζει
γύρω από φαντασμένους Κύκλωπες κι υπερφυσικές αναγεννήσεις.
Η Θέμις είμαι. Δεν το διαπραγματεύομαι αλλά κι τι με νοιάζει.
Απλώς το δέχομαι για τυπικούς λόγους, σε υπογραφές ας πούμε,
σαν αυθεντία.

Εκείνο το παράξενο πορτοκαλί φως που μπαίνει στο
δωμάτιο με ταράζει.
Παλιά δεν ήταν έτσι.
Βροχερές ημέρες άκουσα, μάλλον θα καθυστερήσουν.
Πασπάτευα τις κόλλες απάνω στο τραπέζι κι ήταν που σε είδα.
Σαν επιβλητική φιγούρα με τ’ άρωμα του μεταξιού κι εκείνο το
μπλαζέ υφάκι και με το που μπήκες, έσπασες το τασάκι.
Και κάτω όλο γόπες.
Κίτρινες, μαύρες, γκρίζες, πράσινες, άσπρες, όλες έπεσαν χάμω.
Άντε να τις μαζέψω, να τις σουβλίσω στο δέρμα μου,
να γίνει χρωματιστό.
Να χαθεί το μελανί απ’ τα χείλη. Το βαρέθηκα.
Να το. Πάλι η παράνοια. Παρανοϊκή με λένε.
Αλλά και τι με νοιάζει, πάντα κάτι θα λένε. Ουδείς τέλειος.
Κανάτες 70 τις εκατό ατέλειας μας γιομίζουν, να σου πω.
Οπότε μπορεί να έχετε κι εσείς τα δίκια σας.
Μπορεί και να παρανοώ.
Μπορεί και να μαι ψυχικά ασθενής.
Μπορεί να ξαναρχίσω και τα χάπια.
Να μαι πάντα άχρωμη, να μην δακρύζω, να με θέλετε μετά.
Να με νιώθετε κανονική.

Εχθές βάδιζες σκυφτός, καθώς γυρνούσαμε από το θέατρο.
Φτιάχτηκα και λίγο, πλύθηκα, μα το πιο σημαντικό,
έμαθα να γίνομαι ηθοποιός.
Φορώ συχνά το χαμόγελο, για παιχνιδάκι το χω πια.
Εσύ αυθεντικός, πιο σκεπτικός κι από τους σκεπτικούς.
Γι αυτό μπορεί να σε έχω ερωτευτεί.
Περίεργη λέξη κι αυτή. Γεμάτη φωνήεντα.
Να την φωνάξω δεν μπορώ. Δεν ξέρω κι ακριβώς τι θα πει.
Απ’ αυτά που διάβασα και που άκουσα,
μάλλον αυτό θα αισθάνομαι για σένα.

Καλός ο μονόλογος’ Γράμμα σ’ ένα παιδί.
Ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ. Ποτέ!
Έτσι επειδή η μάνα, η μέλλουσα μάνα δηλαδή,
δεν ήθελε να χάσει την δόξα και το χρήμα.
Ήταν εγωίστρια, πιο πολύ κι από σένα μου φαίνεται.
Βέβαια λες άλλο να σαι άντρας με όρχεις και γκόμενα
με αιδοίο.
Και γιατί γκόμενα κι όχι γυναίκα;
Υπάρχει ο διαχωρισμός άντρας – γυναίκα, γκόμενος – γκόμενα.
Και γιατί να μην είναι γυναίκα – άντρας, γκόμενα – γκόμενος;
Όλα λάθος εξ αρχής νομίζω.
Και ποιο παιδί ;
Ποιο παιδί θέλει να γεννηθεί σε τούτο το παρόν;
Θέλεις να γεννήσεις ένα πλάσμα με δυο πόδια,
δυο χέρια κι ένα μυαλό άβουλο κι νοθευμένο με διακρίσεις
κι κατάλοιπα από τα πρώτα του χρόνια.
Μακάρι να έχει τουλάχιστον χέρια και πόδια, ώστε στην αρχή
να μπουσουλά κι έπειτα να τρέχει.
Να φεύγει. Καμιά φορά, φαντάζομαι τα χέρια με φτερά.
Τι όμορφο που θα’ ήταν τα χέρια να ήταν φτερά, να πετάγαμε.
Να φτάναμε όσο πιο κοντά στον ήλιο!
Για αυτόν που τόσα γράφτηκαν, γι’ αυτόν που λαοί πολέμησαν,
για αυτόν που γράφω κι κυνηγώ κι εγώ.
Να τον πιάνα με , να μας έλιωνε.
Να ξαπλώναμε μαζί με τ’ αστέρια , να κάναμε τ’ όνειρα φίλους μας,
να συζητούσαμε μαζί τους.
Να χαϊδεύαμε τις κορφές απ’ τις ιτιές κι να γραπώναμε
ότι σίδερο βρίσκαμε, να το κάναμε ροδακινιές κι μηλιές κόκκινες,
κατακόκκινες.

Άμα σου μιλήσω γι’ αυτά ανοικτά κι εσύ τρελή θα με πεις.
Δεν θα έχεις δίκιο. Ονειρεύομαι!
Ακόμη καταφέρνω κι ονειρεύομαι συγκινητικά.
Ξέρεις πόσο μεγάλο είναι αυτό;
Δεν έχω που να το χωρέσω!
Ούτε ένα τραπέζι γιομάτο τετράδια να μου φέρεις,
δεν θα μου φτάσουν να τα γράψω.
Αυτά τα όνειρα με φάγανε.
Αυτή η τεράστια χιλιομετρική απόσταση από το ιδεατό
ως το ρεαλιστικό.
Αυτήν δεν αντέχω να κάνω.
Είναι που χάνω τον δρόμο, βοηθητικό μέσο δεν έχω.
Κι εκεί είναι που τα χάνω πάλι.

Είναι κι αυτά τα μαρμάρινα υποδήματα που δεν μ’ αφήνουν
να ξεχάσω τη διαδρομή από την στάση ως το σπίτι.
Πάντα η ίδια.
Κόβω δρόμο με ψαλίδι κοφτερό, που κόβει ως κι τις
κόγχες σας, γι’ αυτό δεν με παρατηρείτε, φαίνεται.

Φεύγω όμως συχνά βιαστική, γιατί το δρομολόγιο είναι
πιστά 8 παρά 15.
Την ώρα που γεννήθηκα.
Τότε που η μάνα μου είπε πως απέναντι άνθησε μια αμυγδαλιά.
Τότε μαράζωσα εγώ.
Έτσι είναι αυτά. Κάτι ανθίζει κι κάτι πεθαίνει.
Πεθαμένη γεννήθηκα.
Μα σε τούτη την περίπτωση ούτε η αμυγδαλιά αίσιο τέλος
δεν είχε.
Κι εκείνη την σφάξατε, για να κτίσετε οίκο τελετών.
Χρήσιμοι πια που είναι αυτοί οι οίκοι.
Συνεχώς για αυτοκτονίες μιλούν.
Παλιά τους αυτοκτονημένους δεν τους έθαβαν.
Τώρα σου λέει ο Πρωθυπουργός διαχωρισμός εκκλησίας – κράτους,
να παίρνουμε κι από τους πεθαμένους που σταμάτησαν να
ονειρεύονται  παράδες.

Τότε λοιπόν είναι που ξεχνώ τα κλειδιά μου.
Ή που δεν μπορώ να βρω τον σωστό τρόπο να ξεκλειδώσω.
Σαν φυλακή τα κάναμε τα σπίτια.
Φοβόμαστε πολύ πια, ως κι την διπλανή φοβόμαστε.
Νομίζουμε πως μπορεί να είναι εγκληματίας, παιδόφιλη,
ομοφυλόφιλη, τραβεστί, ρατσίστρια, αναρχική ή εξουσιάστρια,
αλλοδαπή αλλά αν είναι από την Αγγλία, την καλούμε για τσάι,
αν είναι από την Γεωργία, την κάνουμε καθαρίστρια για την οικοδομή.

Να το πάλι. Τ’ ακούω δεν παρανοώ.
Ακούγεται το κτύπημα από το ξύλο της πόρτας.
Μα είναι που τότε, λες κι μου έδωσες μια κλοτσιά
στην κοιλιά, έτσι που διπλώνομαι, τσαλακώνομαι μαζί με
τ’ άχρηστα γραφτά μου – εκείνα που γράφω σε ακατάλληλες συνθήκες –
κι έχασα πάλι τον δρόμο από την καρέκλα ως κι εσένα.
Για αυτό μάλλον δεν σε φτάνω ποτέ.
Είναι που σε χάνω.
Χάνεσαι ανάμεσα στα γραφτά, στα βιβλία περί σεξουαλικότητας κι επανάστασης,
στους δίσκους του Dylan και του Σιδηρόπουλου κι στοργικές μελωδίες.
Εκεί που με βρίσκω είναι που σε χάνω.
Άμα πετάγαμε όμως Γκοντάρ δεν θα σε έχανα.
Νομίζω ξέρω τη διαδρομή ως τον ουρανό.
Εύκολο να την κάνω.
Θέλεις να έρθεις;