Κοινοποιησεις

Αν ήμασταν κλέφτες ιδεών των παιδιών.
Αν αγγίζαμε στάχτες περασμένων χρόνων και τις μετουσιώναμε
σε μικρά άνθη που θα γευόταν ε όλες οι μέλισσες επί γης.
Αν στηριζόμασταν από τα κύματα της θάλασσας κι
απ’ τ’ αστέρια, χωρίς να βελάζουμε μέσα σε ντουλάπες
και πίσω από μηδενικά ενοικίων για τούβλα που
όλο κι πιο πληθωρικά τα αποζητούμε.
Αν ομιλούσαμε μια γλώσσα, αυτή των χρωμάτων,
αν πατούσαμε σε μια γη χωρίς Κίτρινες γραμμές,
ενωμένη, αυτής της μουσικής, με χορδές πάντα κουρδισμένες,
Κόκκινες.
Αν κοιμόμασταν απάνω ο ένας στον άλλο,
μαθαίναμε τα αγγίγματα, τις μυρωδιές μας, τα  βλέμματα μας.
Αν τα μάτια  ξεχείλιζαν από αθωότητα, πραότητα, ταπεινότητα.
Αν τα χέρια γιόμιζαν από ρυτίδες φρονιμότητας, αν τα πόδια
γυμνά πατούσαν μια στην γη την γόνιμη κι μια στον
ουρανό τον ανήλεο.
Αν για συνάλλαγμα είχαμε την αγάπη για όλα τα εντός
και τα εκτός πυροτεχνήματα λύπης και χαράς.
Αν το γέλιο έβγαινε αληθινό, άξιο να τροφοδοτεί
όλα τα κοντά πλάσματα, αν το κλάμα δεν φοβόταν,
ούτε κουκουλωνότανε με ντροπή σε αποπνικτικά παγωμένα ποτήρια
ή σε  λευκές  αυτοκαταστροφικές σκόνες,
αλλά καθάριο ζούσε μέσα στην αποδοχή και κατανόηση.
Αν δεν συνηθίζαμε την ζωή σε μια αρχαία τραγωδία με
περούκες στο κεφάλι, και φίμωτρα στην ψυχή,
αλλά δίχως μάσκες χορεύαμε ατημέλητοι απίθανους χορούς
στον κάθε χρόνο.
Κι όταν πονούσαμε να σπέρναμε τούτο τον πόνο με καρπούς
αμυγδαλιάς λευκής, ολόλευκης να την κοιτούσαν κι όλοι άλλοι,
να μάθαιναν, να μην επαναλάμβαναν, να σκέφτονταν.
Να γίνουμε άνθρωποι.