Κοινοποιησεις

 

Μουγκαμένοι Κύκλωπες, με τσουχτερά άκρα, με τ’ ένα μάτι κακό
και τ’ άλλο πιότερο κακό.
Σουλατσάρουν επιδεικτικά επί της Τσιμισκής, κατηφορίζουν την Βενιζέλου,
τρυπώνουν μουλωχτά στην Βασιλέως Ηρακλείου, τραυλίζουν που και πού
στην Εγνατία με Αγίας Σοφίας από την αύξηση τιμών.
Μιλιούνια τα φορέματα, γοβάκια σε όλα τα επίπεδα επιμήκυνσης του ύψους,
μπογιές για να μην είναι ευκολοδιάβαστο το βλέμμα,
τα χείλη τερατώδη κακών μαγισσών.
Οι θηλυκές δεν αργούν την ένταξη σε δημόσια παζάρια για
αγορά μεταλλαγμένης, ανυπόστατης ευτυχίας.
Τώρα τούτη η λέξη παίρνει μορφή, σχήμα, χρώμα, διάσταση.
Το μάτι γουρλώνει, και η μια σακούλα υπηρετεί διπλή αχαριστία.
Γίνονται δυο. Να κάνουν παρέα σύντομα στα συρτάρια
της κ. Ξινής.
Οι αρσενικοί, με το πέτσινο παλτό και τα λουστραρισμένα υποδήματα,
με σπέρματα που γέννησαν μικρούς υποτακτικούς , προτιμούν κοιτάγματα,
εύκολα αγγίγματα, γρήγορα πίσω μπρος, τρίλεπτη ηδονή,
ξαφνική ετοιμόρροπη εκσφενδόνιση παχυλής κατάποσης ψυχραιμίας
σε μορφή κίτρινου αλκοόλ.
Τα μεσάνυχτα απότομη σιγή.
Νεκρική, που είναι ικανή ν’ αναστήσει ως και τους πεθαμένους.
Τα φωτάκια κλείνουν, τα κόκκινα λαμπάκια αναβοσβήνουν,
τα παράθυρα προσπαθούν μετά βίας τα υποκρύψουν τα εντός γενόμενα
από θύματα μετανιωμένα και θύτες κολασμένους.
Ακόμη και τα γατιά έπαψαν να προσκυνούν την νύκτα,
δεν μας νανουρίζουν πια.
Μουγκά αραδιάζουν χρυσάφια από τετράγωνα, πράσινα, κιβώτια.
Τα μικρά; Αυτά βελάζουν από τις ενδοχωριες φωνές κι ανάσες,
κοιμούνται πλάι τους, μαθαίνουν βλέπεις, από μικρά τα βάσανα.
Δεν σου είπα και τ΄ άλλο. Νιώθουν και τύψεις κι ενοχές
για τα παθήματα των άλλων, των μεγάλων.
Τιμωρούνται με την επανάληψη παρουσιαστικών που πολύ μοιάζουν
με αυτές των γονιών τους