Κοινοποιησεις
Ημέρες ξηρασίας,
ενός παραδομένου κυνηγού, στον έρμαιο δρόμο προς την μασκαρεμένη Άνοιξη,
ενός βουβού στον πάγκο του μεθυσμένου καφενείου,
μιας γριάς ιδέας που θάβεται στις δασείες των σκονισμένων βιβλίων,
ενός ξενυχτισμένου, ξεχασμένου εαυτού που πεινάει στο σπασμένο παγκάκι.
 
Ημέρες που θεριεύει η πέτσα των ακούνητων – διπλωματικές, τακτικές γραμμές
στα μέτωπα –
που φουσκώνει το στομάχι απ’ της ζάχαρης την αμνησία,

που βουλιάζει ο καναπές απ’ την αναπηρία,
που πεθαίνουν τα τσιγάρα κάτω απ’ τη στάση προς την ανεργία,
που λερώνεται χαμηλά το πρόσωπο απ’ τα ψηλά μελανά, φωνάζοντας ταλαιπωρία
Ημέρες απολύμανσης της νιότης
και τα υγρά πληθαίνουν, μουχλιάζουν τα λίπη στις πλάτες
και στεγνές συναλλαγές με τις υποσχέσεις κοιμίζουν την ενήλικη ενορία.
 
Ημέρες εξόντωσης της φαντασίας,
παρδαλές ουρές στέκονται για μια πληρωμή δυστυχίας.
 
Ημέρες άχρωμες, που μοιάζουν με το αναίσθητο λευκό των χειλιών σου
που μοιάζουν άψυχες απ’ το τρύγο των ονείρων σου.
Ημέρες που τα πανιά σκεπάζουν την σκηνή.
ορφάνεψε το χειροκρότημα
μάνα του η δημιουργία
αρρώστησε βαριά,
πατέρας του ο χρόνος,
μικραίνει ο σκελετός στο σκοτάδι της διαφανής ανωνυμίας.
Γιο κι κόρες βρήκαμε εμείς γυμνά φεγγάρια
– εγωισμός, επανάληψη, ματαιοδοξία, αδιαφορία, δίνη –
Ημέρες που δοξάζεται η νυχτοπερπατημένη, πολυσύχναστη κόλαση
στα κίτρινα φώτα της ανυπότακτης προσμονής,
στις κρύες κρεμάστρες με τα συνθετικά κοστούμια.
Άντυτος ο φόβος,
κατάσκοπος βρίσκει τρύπες στις άγριες η-μέρες.
Στερητικά τα λένε, κι ακόμη ψάχνουμε για χημικά μπαλώματα,
για τις ρίζες των ημερών.