Κοινοποιησεις

 

Τα άγουρα φώτα της αυγής αντικατοπτρίζονται στις λαδωμένες
κλειδαριές, στα υγρά ματόκλαδα των υπνωτισμένων ενσυνείδητων,
στις αργοπορημένες ρόδες, στις νερωμένες ελπίδες που βουλιάζουν
στα στομάχια με την πρώτη δόση – γουλιά νευρικής διέγερσης.
Ακτίνες ήλιου στριμώχνονται στις έτοιμες, για βόλτα, τσάντες.
Κι όσο ο άνθρωπος βλέπει μπόλικους ήλιους,
κι όσο οι ήλιοι τον ταλαιπωρούν,
κι όσο ο ήλιος τον φοβίζει,
γιατί όλο κι πιο ξένος του μοιάζει,
τόσο τ’απωθημένα τον ελκύουν, τόσο οι τσάντες πληθαίνουν.
Κοιτά από μακριά τα σύννεφα, κι αυτά τον καθησυχάζουν.
Μπερδεμένα, πότε άχρωμα, πότε σκούρα, άναρχα σχεδιασμένα,
ταλαιπωρημένα στέκουν να κρύβουν τ’ άλλα.
Τ΄ αθώα, τ’ αβίαστα, τ’ ενεργά, τ’ άλλα σου λέω,
τα Κόκκινα.
Τα σύννεφα του πάνε πιότερο του ανθρώπου.
Έτσι περίπλοκος, πολυμορφικός που είναι.
Έτσι φτιαχτός είναι να σουρουπώνει η ψυχή του
με το πέρας των ήλιων.
-Να σου πω κι ένα μυστικό στ’ αφτί;
Αλλά θα είναι για μας, μόνο για μας,
αλλιώς θα πληγωθούν πολλοί, γιατί νομίζω πως είναι αλήθεια τούτο.
-Τί;
-Ο άνθρωπος δεν είναι σοφός.
Είναι πολλά άλλα, μα σοφός δεν είναι.
Ούτε οι επιστήμονες, ούτε οι καλλιτέχνες, ούτε οι μπακάληδες,
ούτε οι πουτάνες.
Είμαστε τόσο κουτοί, που κυνηγούμε μια στιγμή,
με κάθε τρόπο, από κάθε θέση, με κάθε παρουσία – απουσία,
με κάθε συνάπτουσα, που ποτέ δεν θα έρθει.
Μια μέρα θα μας πλακώσει, θα μας λιώσει, ολόκληρους, όλους,
σύντομα, μάλλον πολύ σύντομα, ο υπερβατός ήλιος.
Θα διαλυθούμε για πάντα.
Δεν θα υπάρχει κανένα μετά, για κανέναν.
Δεν είναι καλό σου λέω που τον φοβόμαστε.
Εκείνος ξέρει πολλά.
Άλλωστε νομίζεις από κακότητα μας προσέχει τόσους
αιώνες;

Μας αγαπούσε, μας λάτρευε, γι’ αυτό μας προστάτευε.
Περίμενε ανιδιοτελώς να τον νιώσουμε, να τον καταλάβουμε,
να τον δούμε χωρίς προστατευτικά μέτρα και πλαστικές σκιές.
Πίστευε πως θα του μοιάξουμε μια μέρα ίσως.
Δεν μας πάει να τον κάνουμε πέρα.
Μας θύμωσε, σου λέω.
Σαν να κατάλαβε την έννοια της άγουρης
ανθρώπινης ύπαρξης, της ηλιθιότητας μας.
Αν μας κάνει πέρα ο Σοφός, και τα γνωστικά βιβλία του –
τ’ υπόλοιπα της φύσης όντα- τότε αυτό
ήταν, πάει, την βάψαμε.
Ούτε θα τον ξανά δούμε, ούτε θα μας ξανά ξυπνήσει.
– Θα πλυθώ καλά, με χοντρό σφουγγάρι και με μπόλικα κόκκινα,
κίτρινα, πορτοκαλιά, μ’ όλα τα χρώματα θα ποτιστώ.
Μπορεί και της ψυχής το χρώμα ν’ αλλάξει.

.
(Φωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης)