Κοινοποιησεις

 

 

Σκοτεινιάζει πια από νωρίς, ούτε του φθινοπώρου τα
κόλπα δεν κουμαντάρουν τους βολεμένους.
Μα παύω ν’ ασχολούμαι με δαύτους, αυτοί κινούν τους δείκτες,
τη μέρα σε σβέλτο αναβρασμό με τα γόνατα ξοπίσω να τρέχουν,
το βράδυ μπιγώνουν τα λεπτά στις κόρες, αυτές ξερνούν νερά,
καθαρίζονται τα έντερα και η ψυχή ετοιμάζει σεργιάνι
για άλλα επιθυμητικά.
Δεν στέκει κι αυτή μωρέ ποτέ της, μωρό που τρέχει
σαν το κυνηγούν τα μπατσικά γιατί δεν έκλαψε απ’ την
πρώτη φορά, σαν είδε το μυαλό του ανοίγει ανάποδα.
Μέχρι που θέλησαν ν’ αλλάξουν ως κι τα χρώματα των εποχών,
που λες οι βολεμένοι, να μοιάζουν όλες μεταξύ τους,
να παρελαύνουν με τις ίδιες φορεσιές κι εμείς το χώμα,
στιβαροί ν’ αντέχουμε τις κλοτσιές, τα μάτια  να παύσουν
τις κυκλικές κινήσεις, να μη διακρίνουν διαφορά,
να ναι όλα όμοια και αυτές να καταδέχονται τη στεγνή
αδράνεια του άχρωμου ορίζοντα.
Να στάζει η γη απ’ τον ιδρώτα, να τυφλώνονται οι
καστανιές απ’ το λιβάνι, να πονούν οι θάλασσες
απ’ της στεριάς την πέτρινη εξουσία.
Δεν τους  φτάνει τούτο το έδαφος, επιθυμούν τις προβολές τους
να ρίξουν στο παρθένο κόκκινο, έτσι που άμα
βρουν ως κι μια μικρή τουλίπα, σε γυάλα τη βάζουν,
πειράματα ηθικής της κάμουν, ώσπου να γίνει κι
αυτή κουμπί πλαστικής υποταγής να σβήνει κάθε κίνημα
που παρεκκλίνει από την αυστηρή τακτική της κοντής
πρωτεύουσας με τα σκονισμένα μέταλλα στ’ αυτιά.

Οι βολεμένοι βοήθεια δεν χρειάζονται, την κούνια τους να λύσεις,
σε έδαφος νεαρό, γόνιμο ας πέσουν να γεννηθούν απ’ τα ξερόχορτα,
αμαρυλλίδες και αμυγδαλιές, μήπως και καταφερθεί ν’ αλλάξει ο νόμος
της λαίλαπας.
Άμα κι καταφέρεις ενός τον πόνο στο μάγουλο να γιάνεις, –
το πρήξιμο με χάδι να σβήσει – ν’ απολυμάνεις με όσο περίσσιο
αγέρα τα πάθη μέσα απ’ τα ασφυκτικά στομάχια –
τη φύση ν’ ακουστεί ως τ’ έντερα δίχως σύνορο φλέβας
κόκκινης ή πράσινης – θα πεις πως είσαι άξιος,
θα έχεις γραφτεί με κεφαλαία στο βιβλίο των λυτρωμένων,
αθωωμένων πρότερων αμαρτωλών.
Αν καταφέρεις για μια στιγμή να μας χορτάσεις,
θα πεις πως ανήκεις στους ελάχιστους της καταφρονημένης γης ολιγαρκείς,
θα έχει ενταχθεί το σώμα στο Κίνημα της Εγκράτειας.
Αν πάψεις να λατρεύεις το σώμα που τόσο λιγώνουν τα
παχυλά άκρα των χεριών σου θα πεις πως γιατρεύτηκες απ’ της
ασυδοσίας το μολυσμένο δάκρυ.
Αν κατορθώσεις γάλα ποταμό να στάξεις παρθένο, να χουν τα
στόματα ατόφια παιδεία να τραφούν θα σε δοξάσει μια επόμενη
καθαρή κοιλιά που θα γεννά τουλίπες και ροδαλές βερικοκιές.
Αν κατορθώσω ποτέ μου να  γλυκάνω το πικρό σου βλέμμα
με βιβλία που χω για σένα μαρτυρήσει, θα πω πως
έγινα ποιήτρια.
Αν μαργαρίτες ανθίσουν ποτέ στα χείλη σου αληθινές,
μείνει αιώνια η σπορά στον περασμένο κήπο των κοινών
αυλακιών μας, θα μείνουμε ζωντανοί με τους ζωντανούς και νεκρούς
δεν θα μας θυμούνται με τις ριζωμένες κόκκινες
πεταλούδες στις μύτες, με γαλανές κουκούλες όταν κρυβόμασταν
απ’ την καταστροφή και τρέχαμε καταμεσήμερο να μαζέψουμε
αγριοκέρασα απ’ της παράδοσης τη λήθη.
Αν πάλι τυφλωθούμε απ’ το φως που τα κόκαλα κι τα
πνευμόνια αποζητούν, η ψυχή θα μικρύνει, θα γίνει
αστεράκι που πια αδύνατο να φτάσουμε, θ’ αγκομαχά η
γέρικη σκιά μας να ξετρυπώσει απ’ το πνιγερό κίτρινο της δύσης,
κι εσύ παράλυτος δεν θα μπορείς να κουνηθείς απ’ της
φυλακής την ρόδα, θα πούμε πως αρρωστήσαμε διόλου ελαφρά,
να μας πάρουν τότε ότι χρώμα έχει απομείνει να κάμουν
προσχέδιο αυθεντικό γι  τ’ έπειτα της εργατιάς από δυο
κλαριά έτοιμα να τα φάει η ξέρα που απ’ μακριά
θα φέρνουν πάλι σαν ένα όνομα  που ούτε τότε θα το χούμε μάθει.