Κοινοποιησεις

Βραχνός ο φθόγγος ξεγλιστρά με κάθε γιορτή της υπογραφής, της
ζαρωμένης γόπας, της κλειδωμένης πόρτας, της ασυγκράτητης παλάμης.
Με φέρατε ως εδώ για να σας γράψω δυο γραμμές,
έτσι να ταλαιπωρηθούν κι άλλο τα γράμματα, να κακομεταχειριστεί κι
άλλο το μυαλό, που ψάχνει άμοιρο κάποιον αντισυμβατικό να θαυμάσει
για μερικά λεπτά, κι ύστερα να γείρει προς τη παχυλή,
βολική καρέκλα να συνεχίσει την ανταμοιβή χρόνου και ατιμίας,
ή να προχωρήσει ολοταχώς για το επόμενο κάλπικο όλο γέλιο
και τραχύ χάδι, ραντεβού που βρυχάται ανταγωνισμό, ποιος άραγε θα
δείξει πιο ευτυχής, πιο οξυδερκής, με τις πιο κοκέτες σινιών
και τα γυαλιστερά δακτυλίδια, ως απόδειξη “καλής ποιότητας προσωπικής ζωής.”
Καλύτερο πήδημα της τσέπης, τράβηγμα απότομο της χαίτης – έτσι που
πέφτει το μυαλό στα καθαρά περσικά χαλιά, κατ απατάται από την
“καλή ποιότητα της προσωπικής ζωής σας.”
Όχι, δεν θα προσπαθήσω ούτε λίγο να κάνω το παρδαλό
χειλάκι σας να χαμογελάσει.
Όχι δεν θα φορέσω τα νεκρικά γυαλιά σας, να δω
τους ανθρώπους σαν χάρτινα παρασκευάσματα, ανοίγοντας κάδους πλαστικούς
και κατατάσσοντας τους ανάλογα με το χρώμα, το φύλο,
την φυλή, την υπογραφή, το όνομα, την οικογένεια, την θρησκεία,
την ηλικία, σε διαφορικής προετοιμασίας αποσύνθεσης τους.
Όχι δεν θέλω να ζήσω σε εργοστάσιο παραγωγής μηχανών στην Ταϊλάνδη,
με Αμερικάνικες ή Ρώσικες σφραγίδες, να γίνω κι εγώ ελατήριο,
να με κουνάτε όποτε θέλετε, να σας χαμογελώ με ζήλο
για τον γλυκό ήλιο που μας ξυπνά, ή να σας κλαψουρίζω
για την ατυχία των καιρών, να με αναπαράγεται με τη κλωνοποίηση
μυρίων γενιών, να σας αναπαράγω αυτολεξεί με ζαλισμένο θαυμασμό και
υπόδουλη πίστη.
Και ας κλείσει η φωνή τελείως, κι ας γδαρθούν οι φτέρνες,
κι ας μου κόψετε τον δείκτη, θα συνεχίσω να σας δείχνω,
να σας καταγγέλλω, θα συνεχίσω να σας μαρτυρώ, κι ας
μην μ’ ακούσει κανείς σας.
Οφείλει η φλέβα να βρει το σώμα της, να κυλίσει ζωηρά,
να λειτουργήσει ο πνεύμονας, ν’ ανοίξει η κόγχη, να μιλήσει το στέρνο.
Λιμάρατε τα φεγγάρια που ένωναν το μουσικό παιχνίδι της ζωής,
αδιαφορείτε για τον ίλιγγο της βραδινής σκέψης, χαπακώνετε τον πόνο
με άλλο εντονότερο, δοξάζετε εύπεπτες μαγειρικές συνταγές εξέλιξης.
Έτσι που μπαίνετε κι εσείς στην καμένη κατσαρόλα, γίνεστε τσουρουφλισμένος
πολτός, μια μάζα λιπαρή.
Μέσα στο αδιαχώρητο καζάνι μπαγιάτικων και άγουρων οργάνων, δε θα
ρίξετε και την μικρή Αννούλα που ποτίζω με τρυφερά ταξίδια
τις νύχτες που κοιμάστε, δεν είμαστε όργανα κανενός εμείς .
Τ’ ακούτε; Κανενός!
Η φωτιά σας καίει κάτω απ’ τα καπέλα σας, απ’ τα γυαλισμένα
μωσαϊκά σας, απ’ τα φουσκωτά χτενίσματα σας, απ’ τις πρησμένες κοιλίες σας,
απ’ τα αδιάκριτα, ενοχλητικά τακούνια σας.
Γεμίζει πυρετό τον κουρασμένο δρόμο, μπλοκάρει τα ασθμενικά επιτόπια βήματα,
σκονίζει τα αστέρια, λασπώνει τις μηλιές, κομματιάζει την αγάπη, χωρίζει
τη γη.
Μένω να καλημερίζω τη γλώσσα, την γραφή, το κάθε γράμμα,
την κάθε τελεία, απόστροφο και κόμμα από τον απόπατο που βρίσκομαι.
Είμαι κάπου χαμηλά, κάτω από εσάς μα οι ζωές μας αιμορραγούν
στον ίδιο πυθμένα, και τα ασήμαντα οστά μας θα θαφτούν
κάτω από το ίδιο χώμα, τα δάκρυα μας ίδιες αναζητήσεις
θα ποτίσουν και τα ονόματα μας θα χαθούν από τα ίδια
τυπογραφία του χρόνου.
Τις καθημερινές μοιάζουμε πολύ, σαν δυο στάλες του ίδιου νερωμένου αίματος,
τα βράδια το κατακάθι σας πατώ με την μνήμη να
στρώνει χώρο στο τραπέζι για όλων το πάντρεμα με τη κόρη: ζωή.
Δεν κοιμάται το δεξί χέρι, σας θυμάται όλους με το χάδι που
σας φέρνει.
Ανακατεύει τα συνθετικά – σύνθετα που ναι τα λόγια και οι
μορφασμοί σας, για να με βγάζετε τρελή τις κοινές μας
αυτές μέρες πίσω απ’  τον κισσέ με ταμεία την μνησικακία – ,
τα υποκοριστικά, τα χνότα και τις παύσεις, κάμει γκόμενο το
γραπτό και αρχίζει ο αμοιβαίος έρωτας.
Ε λοιπόν αυτός είναι ο έρωτας.
Αυτός που δεν σταματάει να σε απογυμνώνει, να σε παρατηρεί
απ’ την κλειδαρότρυπα όταν πλένεις ατσούμπαλα τα πιάτα, όταν σπάει
ο καθρεφτισμένος εαυτός σου απ’ την ανθρώπινη απροσπέλαστη αδυναμία,
όταν ξεσκίζεις τη σκιά απ’ το βουρκωμένο μάτι, σε αδειάζει δίχως
υποσχέσεις ανταλλαγής, παίρνει κάθε ρίζα απ’ τα κύτταρα, ξεθάβοντας
σε απ’ την κοσμοσυρροή της υποταγής.
Είστε ένα και πολλοί μαζί, όλοι έτοιμοι να προβληθείτε στο φως –
άτσαλοι και τσαλακωμένοι – της αιωνιότητας, δηλαδή του παρόντος.
Σε βλέπει καθαρά, καθαρό, και εσύ δίχως έκπτωση της αλήθειας,
του παραδίδεσαι ολόψυχα, μέρα και νύχτα, χωρίς χαιρετισμούς,
τεχνικά φιλήματα, γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, άλλη επιλογή
δεν θέλει ο νους να παζαρέψει.
Παραδίδομαι στην γραφή.
Ο έρωτας είναι η ζωή, και η ζωή αποκρυσταλλώνεται μέσα
από τον γεωμετρικό φακό των γραμμάτων, το πισωγύρισμα των μελανών
γεμάτων σελίδων, και τα χάνει ο έρωτας με τις μουτζούρες
στις γωνίες, μα δεν φοβάται, γιατί ζει ακόμη μέσα από
τα – επόμενα καθαρά που σφύζουν από νιότη – γραφτά , έξω από
αυτό το εξουσιαστικό πέπλο που ντύνει το μυαλό.
Ζωή ζητώ για τον έρωτα προς την ίδια την ζωή,
δηλαδή την δημιουργία, τη τέχνη, καμπουριασμένη, νεαρή, ζωική ή ανθρώπινη,
κοντή ή ψηλή, αφρικανή ή αμερικάνα, δεν έχει σημασία.
Ο έρωτας δεν χωρά σε πλαίσια, σε κανόνες, καλύβες ή παλάτια,
σατέν σεντόνια, πολυτελή καταστρώματα ή σπασμένα παγκάκια.
Ταξιδεύει άστεγος σε ότι κινείται, ενεργεί, φωνάζει, αναπαράγεται,
μη ζητώντας πληρωμένο εισιτήριο από κανένα και από τίποτα.
Γι αυτό δεν διαλύομαι, προτρέχω να μην ποδοπατηθώ, να μην παγιδευτώ σε καμιάς μονταρισμένης σκηνής το νουθετημένο μονόπρακτο, να μην φορτωθώ
σε κανενός την καμένα πλάτη, για να ζω, για να ζήσουμε.