Κοινοποιησεις

Είπες πως πέρασαν τα χρόνια στα ίδια άσπρα,
πως σε πλάκωσαν τα ντουβάρια, άλλαξες χρώμα και δέρμα,
με του καιρού τις υγρασίες, όχι φίδι δεν έγινες,
ούτε κάποιο εκκολαπτόμενο είδος, μα είδα πως άρχισαν
οι σκουριές να σου τρυπούν την πλάτη, γραμμές στο κούτελο,
απ’ τις ράγες του τρένου, που πήγαινες κι ερχόσουν κατά
τα μέσα του φθινοπώρου, για να κρυφτείς μαζί με τις
προσφυγικές σου σκέψεις.
Αυτές στέριωσαν σ’ άλλων χωρών τις πλατείες, έκλεψαν
κι δυο μωρών το γέλιο και συ απόκληρος ακόμη απ’ το
μη γενόμενο γέννησης κλάμα, στα νυχτερινά σεργιάνια άστεγης
προσφοράς μιας ελπίδας που χες φανταστεί στην μελωδία του πεζοδρομίου.
Ακόμα και αυτές οι ήττες – που μάθες να ξεχωρίζεις απ’ το
πρώτο γράμμα έψιλον που φορούσες για μαντήλι να μην κρυώνεις -,
καρπώθηκαν στα μάτια, κι αυτά λυγίζουν τώρα προς τα κάτω,
χωρίς να περιτριγυρίζουν με εκείνη τη παλιά, ξεχασμένη λαχτάρα,
μην και δουν ξανά τ’ όνομά σου σ’ ενός το δίστιχο,
γιατί ξέφτισε το μετάξι, απ’ την κακοποίηση των φτηνών
σου προφυλάξεων.

Έμαθες λένε, με τον ανήλικο καιρό, να παίζεις το παιδί,
υγρό το πρόσωπο κάθε που έπεφτε ο ήλιος,
λάσπωνε το μαξιλάρι, έτρεχε το χώμα, περασμένα καλοκαίρια
παιδικών εξορμήσεων σε μια ταλαιπωρημένη μητρική άβυσσο.
Η νύχτα τώρα σε έκαμε να μοιάζεις με ποτάμι,
κάπου στης πορτοκαλιάς  Ανατολής – τώρα κι εκείνη ερημώνει,
με την ανάγκη να πιαστεί κι τ΄ αριστερό μάτι απ’ της
δύσης τον ξέφρενο, παρδαλό χορό – την άκρη,
τ’ άκρα άγγιξες κι εσύ, στην αρχή γλυκάθηκαν τα χέρια απ’ τη
δύναμη του όλου που οι παλάμες μόνες τους παρακρατούσαν,
μα είναι ζόρικο, όταν τα νύχια σπάνε, και
οι καρποί αδυνατούν, καημό για συμπόνια άλλου παρόμοιου κλινήρη,
να μην έχεις, ούτε βελούδο δάκτυλο να μην σου δείχνει
κατά που το χέρι  να πιάσει μαλακό νέο χώμα.
Πίστεψες για τα καλά πως οι κοινοί μας, μας έχουν
για πιρούνια, κι εμείς αποδέκτες με ευαίσθητα δόντια,
παράκουσες στης ξαφνικής περιθωριακής δόξας μιας μικροκαμωμένης γης,
και νόμισες πως τα βουνά, οι λίμνες και τ’ αστέρια
σε κάποια αυγή θα σου παραδοθούν για να νικήσεις κι
εσύ κάποιου το φρικαλέο στόμα.
Σε τάραξαν τα ξαφνικά χιόνια, μα πια το γέρικο κορμί
απ’ τα πρηξίματα δεν χωρά σε βελέντζες που γίνηκαν κοιμητήρια
για τους καταραμένους ποιητές και τους παραδομένους
μποέμικους εραστές που θάψαν σε σπηλιές τα λείψανα
της επικίνδυνης νεότητας.
Βλέπεις δύσκολο και αβέβαιο να δοξαστείς για αιώνες
απ’ τα σκληρά κεφάλια και να χεις παρθένες υπογραφές
για επ’ άπειρον υμνολογία.
Γι’ αυτό σου γράφω ακόμη, μήπως και ξεθαρρέψει καμιά κόκκινη
αυγή κι αλλάξεις της ζήσης την εξέλιξη.