Κοινοποιησεις

Δεν σε ξεχνώ σου λέω , μη μαραίνεσαι
κλαμένα τα φύλλα σου να μην δω – παρακαλάω – .
Λιώνω στην στιγμή, σαν πάγος λυπημένος
– που νομίζουν οι άλλοι πως αποστειρωμένος, αδιάλυτος παραμένω
στα φορητά ψυγεία –
Ακούνητη στέκω, με τα χέρια μου καρφωμένα στις μολυβένιες ρόδες
χωρίς ν’ ανταγωνίζομαι άλλων της δύσπνοιας το τρεχαλητό.
Φοβάμαι την επόμενη λακκούβα
θα λερωθούν με λάσπη οι ρίζες σου.
Θα κουραστούν οι φτέρνες – τρεμάμενες θα κάμουν πως
ξεγλιστρούν για να καρπώσουν στην κορφή της σκιάς σου –
Δεν σε ξεχνώ, μην μ’ αποφεύγεις.
Σε γυμνά, ξεπλυμένα όνειρα που με ξυπνούν βιαστικά,
αρχίζω να κυλιέμαι.
Ο ήλιος θα σε προσέχει το πρωί, σ’ αφήνω τότε
για να τραβήξω προς τους περαστικούς
(πως μοιάζουμε όλοι μας τις μέρες, σαν φύλλα
κολλημένα στην άσφαλτο
με την πρώτη δύση ο αέρας τα ξελευθερώνει,
το σκοτάδι τα τυφλώνει, τ’ αστέρια τ’ απομονώνουν)
Μα συ εδώ με περιμένεις
(δεν σε παρέσυρε χαμόγελο πιο λευκό απ’ το δικό μου,
Ούτε δάκρυ πιο γλυκό δεν βρίσκεις, αλλού να μεγαλώσεις)
Αλλαγμένο τ’ άρωμα της θύμησης σου.
Ίσα που καμιά φορά δε καταλαβαίνω πως το φορώ ακόμη.
Μα εσύ ίδια ολόιδια χορεύεις στις παιδικές γιορτές ,
με ρόδα στα μάγουλα και φύλλα ιτιάς για στολίδια.
Κόρη και νύφη νεκρή με μαύρες τουλίπες δικτατορικά λουσμένη,
στέφανο της παναγίας σου φορούν, να λένε πως σε τιμούνε,
τη μέρα που οι φορεσιές φωτίζονται.
Σ’ εφιάλτες που κανείς δεν είδε με γλυκόπικρο μέλι στα χείλη,
γεύση που κανείς δε πήρε απ’ της ψυχής το ανεξίτηλο που
δεν ξεχνιέται, σε γάργαρα νερά ακόμη αναδύεται.
Δεν σε ξεχνώ, να το χεις στο νου σου.
Αν το μπορείς, να με θυμάσαι κι εμένα που δεν
έχω λούσα για στεφάνια ή Άνοιξης άνθη για κουβέρτα
Μα όλων των καιρών τα χρώματα κι όλων των δρόμων
το διάβα σ’ εσένα τ’ αποδίδω.