Κοινοποιησεις

Έχω μια ανέλπιστη χαρά
απ’ την ανυπόκριτη μου πίστη πως κάτι απόψε θα συμβεί.
Κάτι συμβαίνει ήδη.
Πέρα απ’ το αδιάκριτο μου μάτι,
έξω απ’ τα καθαρά μου χείλη.
Κι όχι δεν φαίνεται να χει πανσέληνο,
ούτε ο Απρίλης μυρίζει Πασιφλόρες,
κι ούτε που θα ρθεις εσύ.
Είναι κι αυτό κι εκείνο κι τ’ άλλο
κι η περισσή λαχτάρα να προφτάσω να συναντήσω
κι αυτό κι εκείνο κι τ’ άλλο.
Ωστόσο είναι το μαύρο καπέλο μεγαλύτερο, που μου κρύβει την
όψη του επάνω, του πέρα
είναι που τότε μοιάζω πολύ με άνθρωπο
-γνωρίζοντας πως δεν θα προλάβω- .
Μα άνθρωπος είναι κι εκείνος που ελπίζει
τότε, τώρα, φαλακρός, κάτω απ’ τ’ ανάπηρα αστέρια.
Άσε με λίγο ακόμη να ελπίσω, να απογοητευτώ,
τότε όχι τώρα, μπορεί τα πόδια μου να φτάσουν στο φεγγάρι.
Κι εκεί χώρο θα σου κρατήσω
ακόμη κι αν ούτε αύριο έρθεις.
Μπορεί να δυναμώσω πιο πολύ, με τις ζάρες να φτιάξω σκάλα,
μπορεί κι απόψε, τώρα, που κάτι συμβαίνει, να χω φτάσει.
Έχω ήδη χαρά μεγάλη.
Ιδρωμένη, φτωχή κι καμπουριασμένη
απ’ τον απόπατο του γηρασμού, ανδρείκελων σοκάκια,
φτάνω τον ουρανό της φαντασίας.
Έχω και θέση διπλανή,
άμα γλιτώσεις απ’ της φθοράς την αδικία.
Δίκιο θα βρεις μπόλικο, να καρδαμώσεις με κουτάλες
– όσο θα χτυπούν της νύχτας οι καμπάνες-
Θα χω για σένα όνειρο όσο είναι του ουρανού τ’ ολόγιομο
ανόργανο φεγγάρι.