Κοινοποιησεις
Σε ποιο αμοντάριστο φιλμ θα φθείρονται οι συναντήσεις μας
με την μια σιωπή να υποβαθμίζει την προηγούμενη,
με τα ταβάνια να φουσκώνουν απ’ την υγρασία των ματιών μας,
με την ανάσα να προσμένει την κυριαρχία στον ατάραχο, αιώνιο αγέρα.
Εκεί που τα πόδια μας μεγάλωναν,
κι οι πλάτες μας σκούραιναν απ’ το βάρος του ήλιου
που κουβαλούσαμε, ασήκωτος,
– βαρύ το φωτισμένο φορτίο, όσο κι σου φαίνεται παράξενο,
για δυο μικρούς λύκους -.
Σε ποια νέα τραγωδία ένας Μέρμερος αργοπεθαίνει,
σε ποιανού καταραμένου ποιητή η γομολάστιχα σε σβήνει,
σε ποιο νεκρό τσιγάρο χάνεται η βραδινή σκιά σου
κι σε ποιο ποτήρι λιμνάζεις τα στεγνά σου χείλη.
Σε ποια σακούλας κουβαλάς της απουσία ελπίδας,
σε ποιο στρώμα θ’ ανακυκλωθείς με τα νύχια να μακραίνουν
κι σε ποιο σβέρκο θα ποτιστεί ο ξένος πόνος.
Πόνος, που όχι, δεν κάνει κανείς να νιώσει
τα δώρα δεν δωρίζονται, κι ο πόνος δεν χαρίζεται έτσι
βουβός κι προστατευμένος απ’ τα σκληρά κάστανα σου.
Μονάχα θ’ αχνοφαίνεται κάπου στα μέσα των φρυδιών σου,
φραγμένος
στα νέα καρτ ποστάλ που όλο κι στριμώχνονται στο
ρημαδιό της μνήμης.