Κοινοποιησεις

Κατοικούμε σε οίκους καθρεφτισμένης δυσ-γηρίας, σε παλαιοπωλεία
στεγασμένης δυσφορίας, σε σκονισμένα παρεκκλήσια, σε πέτρινα,
σκληρά, αποκρουστικά καταφύγια, για πόρτες καρφωμένα δόγματα, για
σκάλες θέσεις να κατατάσσονται στην σειρά μία μία, με κάγκελα,
να μας γερνάνε με την ανία , για καρυκεύματα καρκινικές αποξηράνσεις,
για τάφους άμετρων συμπεριφορών παπλώματα σε μεγέθη ποταμών,
απόπατοι που ζέχνουν απ’ τα παραβρασμένα χνότα, απ’ τα
αποστειρωμένα δέρματα μοιάζοντας οι δύσμοιροι που τα χτίζουν
και τα γιομίζουν, τα διακοσμούν και τα γκρεμίζουν με επιδεικτικές
ξενόφερτες παραφωνίες να θυμίζουν σε κάτι που λέγεται αρρώστια.
Αρρώστια απ’ τα επιπόλαια χρόνια που μπαινόβγαιναν στους τοίχους,
ανακαίνιζαν τα σαλόνια, καθάριζαν τους μπιντέδες, πετούσαν τις
βιβλιοθήκες, τις εφημερίδες, τα ραδιόφωνα, τις ξυλομπογιές, αγόραζαν
ηχεία, γυάλινα φέρετρα σε όλες τις εφικτές διαστάσεις,
μεγαλύτερα κρεβάτια για να χωρούν οι πόνοι της αδράνειας, οι
απώλειες των ζωντανών, οι απολύσεις των αξιών.
Ώσπου τα δόντια κιτρινίζουν, πέφτουν απ’ το αναμάσημα φτιαχτών εικόνων
που μοιάζουν να χουν κάτι απ’ την αλήθεια που κρύβεται εκεί
που ξεχάσαμε να πάμε, τα σκληρά χέρια χωρίζουν με κολλητικές
ταινίες, με λάστιχα, με σοβάδες, με χάρακες τα σύνορα που
θα χωρούν οι χαρές κι λύπες μας.
Και αυτοί οι κτητικοί προσδιορισμοί παντρεύτηκαν τα βήματα,
μετάλλαξαν τ’ όνειρα, αλλοτρίωσαν τις έννοιες μέχρι που εδώ
που μένουμε δεν μυρίζει κάτι απ’ την ζωή, δεν κουνιέται κάτι
που να θυμίζει μια ψυχή.
Πλανεύτηκε το μικρό κεφάλι, ζαχάρωσε το μασκαρεμένο μάτι,
τεντώθηκε το τριγωνικό φρύδι απ΄αυτό που λέγεται ηγεσία,
εξουσία, δύναμη, θέση, τάξη,  χρήμα, ατομικό κέρδος. Άτομο.
Ένα μόνο στάρι σε πολλά σχήματα, με αλλαγές του κίτρινου
σαν κάθε νέα αυγή το ξημερώνει και κάθε άλλη νύχτα
το κρύβει, μα μόνο, μοναδικό, μονάχο, δεν αρκεί για να
ζήσει το απέραντο, δεν φτάνει χωρίς τ’ αυλάκι έστω,
κι μέχρι το διαπεραστικό, πως θα μπορέσει να σπαρθεί όταν
κανένα άλλο δεν θα είναι εκεί για να το δει,
να το αισθανθεί, να το μάθει, να μάθει, για να το μαλώσει,
να το νικήσει, να κοντέψει να το χάσει, να το αγκαλιάσει,
να το αγαπήσει, να το ερωτευτεί, να γεννήσει, να ξανά
γεννηθεί, να μαραζώσει, να ξεραθεί και να πεθάνει.
Άτομο. Ένα.
Ένα δεν αρκεί για να υπάρξει, να ψηλώσει, να πληγεί,
να φθαρεί, να ζαρώσει, δεν αρκεί… Αν μαθαίναμε για την
αξία αυτού που γεννιέται και πεθαίνει, αυτών που καθαρίζουν τα
αστέρια απ’ τις βρώμικες σκέψεις μας ,αυτών που τις ξέρες
αναγεννούν με στοχασμούς χείμαρρους, αυτών που δεν φοράνε
μάσκες για να φιλήσουν των Σύριων, των Κουβανών, των ανθρώπων
τα παιδιά, αν μαθαίναμε για το άπειρο των ιδεών,
για την πολυχρωμία των λουλουδιών, για την μάνα γη και
τη ρωμαλέα κόρη τέχνη της, αν παίζαμε με τις πλεξίδες
του ήλιου, αν πλάθαμε με χώμα καινούργιους ήλιους, αν βιώναμε
την πληρότητα απ’ την αγκαλιά της θάλασσας, αν ανθίζαμε μαζί,
ενωμένοι όπως τα μπλεγμένα με έρωτα κλαριά των ελάτων, των
καστανών, των λεμονιών, αν ακούγαμε τι λένε τα πουλιά όταν
μακριά μας πετάνε, αν σχεδιάζαμε πανιά για την ανοιξιάτικη αυγή
που προσμένουμε με τις στοιβαγμένες ομίχλες που γενιές με τις
γενιές καπέλωσαν, αν τρέχαμε πάνω στις ταράτσες, αν γκρεμίζαμε τις
ταράτσες και φτιάχναμε κούνιες και παιδικές χαρές, για τα παιδιά μας,
για τα σχέδια μας, σχεδίες καταστρώναμε απ’ τα χρώματα του
φεγγαριού, φτάνοντας τα ψηλά του ουρανού, χορεύοντας απάνω
στους αρχαίους πλανήτες, μαθαίνοντας για τα δράματα και τις τραγωδίες,
αν πετούσαμε τις σκαλωσιές, τις σιδεριές και αυτά τα νεκρά νούμερα,
τις άτιμες τιμές που παντού χώνονται, μέχρι και στις κοιλιές
της μάνας μας, αν κάναμε παρέα με τους άγριους λύκους,
αν γνωρίζαμε για την θηλυκότητα μιας κόκκινης αλεπούς,
για την σοφία μιας δημιουργικής κουκουβάγιας, αν ταΐζαμε τις νηστικές
γάτες με τα μυτερά τακούνια τους και τις κοντές φούστες τους,
αν κρατούσαμε  λίγο απ’ το  χρυσοκέντητο δάκρυ μας για τους κήπους
που δεν άνθισαν ακόμη, αν γεμίζαμε με φιλιά τα μάτια των μωρών,
των παλικαριών με τα καρό, των κοριτσιών με τα σχισμένα πρόσωπα,
αν θάβαμε εδώ στα χαμηλά που κάνουμε πως ζούμε τα
περιοριστικά τετράγωνα, τα νεκρικά τετραγωνικά, τους χάρτινους αριθμούς,
την γεωμετρία των τετραγώνων να βρυχούνται εγωκεντρισμό και ματαιοδοξία,
τις παρελάσεις γερακιών με γραβάτες, χοντρά νύχια και μ’ ένα τσούρμο
σαχλά χαρτιά να αποστηθίζονται χωρίς μια κάποια φαντασία,
μια άνω τελεία, μια ποιητική αδεία, μα με προσποιητούς λογισμούς
κι με μεσαιωνικές παλινδρομήσεις.
Δεν θα χρειαζόταν να μαθαίναμε για τα γάντια της εξουσίας,
για το φτιαχτό ύφος της ηγεσίας, για το σκάρτο νόημα
της δύναμης, για τον παθογόνο ανταγωνισμό, για τον τρομακτικό εγωισμό,
για τον δρακόντειο φόβο, για το οικουμενικό φρενοκομείο
ιδιόκτητου κυνισμού με ανάποδους μαύρους ορούς,  για τον
μακρόσυρτο θάνατο να μπουσουλά πλάι με τα  μικρά παιδιά.
Αρκεί να μάθουμε για την σκλαβιά, αυτή που την βούλα
βάζουν οι ίδιοι που μαγειρεύουν, πλένουν, καθαρίζουν και
πληθαίνουν τα πάθη μιας δυναστείας που αυτοί δίνουν συνώνυμα στον
ορισμό της.
Αρκεί να ξανά συστηθούμε με τις αξίες κι τα οράματα που οι φλέβες μας
σημαίνουν, που οι αισθήσεις μας προσμένουν, που η πικρή προίκα μας μαθαίνει,
που οι μύριες θυσιασμένες ζωές γράφουν με κόκκινη κιμωλία στον ορίζοντα
μας ακόμη για την ελευθερία, πριν να γίνουμε εμείς το χώμα τούτου
του άτοπου τόπου, πριν να χουν ξεψυχήσει οι φτωχικές καρδιές μας
στην γειτονιά που λησμονεί κάποιο φως να σπείρει, κάποιο σκότος να ντύσει,
γιατί χτυπά ακόμη, ακόμη κι έτσι στα παράλογα με μας τους παράλογους
καψερούς και μόνους.