Κοινοποιησεις

Εκεί, που ανταμώνουν όλοι οι προορισμοί.

Εκεί, που βγάζουν νόημα όλοι οι αριθμοί.

Εκεί, που η αμαρτία δεν έχει τίμημα,
μονάχα γλύκα.

Εκεί, που ‘χει φωλιάσει ο θεός και το γλεντά…

Κάπου, σ’ ένα μικρό μπαλκόνι,
σε μια μικρή πόλη
που ‘χει πάντα γιορτή,
αγκαλιασμένοι στην λευκή τους κούνια
μοιράζονται παράνομες ιδέες και ζαχαρωτά.
Είναι τόσο όμορφοι και παρηκμασμένοι,
σαν θεοί που αργοπεθαίνουν,
επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να τους λατρεύουν.
Έχουν τα ίδια μάτια.
Καφετί με πράσινο και μια πρέζα χρυσάφι,
θα έλεγε εκείνη.
Golden brown, σαν το τραγούδι,
θα έλεγε αυτός.
Ο αέρας μυρίζει καλοκαίρι.
Κίτρινες πεταλούδες,
μυριάδες πεταλούδες πετάν ολόγυρα.
“Εγώ κι εσύ είμαστε τυχεροί•
κοίτα γύρω μας”.
Οι καμπάνες τραγουδάνε κάποιον θάνατο.
Δεν πειράζει, μάτια μου…
Ο θάνατος δεν είμαι εγώ.
Ούτε κι εσύ.
Είναι μονάχα ένα πένθιμο τραγούδι απ’ την Ανατολή,
τίποτα παραπάνω.
Η πόλη έχει αρχίσει να ξυπνά, είναι πρωί.
Είναι αρχαίοι εραστές.
Έχουνε συναντηθεί ξανά,
πολλές φορές…
Σε άλλες ζωές.
Έχουνε δίδυμα μυαλά και μπόλικη Αγάπη.

” Νόμιζα πως ο χρόνος μας ξέχασε μα,
για δες, νύχτωσε πάλι.
Νύχτωσε, μάτια μου κι είν’ ώρα να φύγω”.
Και φεύγει.
Κι αφήνει πίσω της μια αφηρημένη ανάμνηση κάποιου ονείρου,
μια γεύση στην γλώσσα του που ‘ναι γλυκιά και,
ταυτόχρονα, πικρή,
μια γεύση απο ζωή,
ένα άρωμα απο μια ξεχασμένη χρυσή εποχή…

“Θα είμαι εκεί”.