Κοινοποιησεις

Ταξίδι στη γη των ζωντανών νεκρών: Οι Rohingya της Δυτικής Μυανμάρ

Κείμενο- φωτογραφίες Φραγκίσκα Μεγαλούδη

Η διαδρομή προς τις βόρειες επαρχίες του Rakhine στην Δυτική Μυανμάρ, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι οι προσφυγικοί καταυλισμοί των Rohingya, σε παραπέμπει σε ταξιδιωτικό φυλλάδιο. Διασχίζεις καταπράσινους ορυζώνες όπου παιδιά παίζουν αμέριμνα καθώς συνοδεύουν τα ζωα τους στη βοσκή.

Η περιοχή όμως παραμένει απομονωμένη και όταν ξεκινούν οι μουσώνες τον Αύγουστο οι πλημμύρες μετατρέπουν τους λιγοστούς δρόμους σε ατέλειωτες μάζες λάσπης.  Οι κάτοικοι πρέπει να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις με τα πόδια για να μπορέσουν να προμηθευτούν φαγητό.

Τα πρώτα χωριά που συναντά κανείς στο Rakhine είναι βουδιστικά,  καθώς οι βουδιστές αποτελούν την θρησκευτική πλειοψηφία στην περιοχή. Οι βουδιστές κάτοικοι αν και ζουν στα όρια της φτώχειας, απολαμβάνουν κάποιες παροχές από την κεντρική κυβέρνηση, όπως πρόσβαση σε νοσοκομεία και σχολεία. Μπορούν επίσης να μετακινηθούν ελεύθερα παντού. Οι κάτοικοι είναι χαμογελαστοί και σχεδόν ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στην καρδιά της πιο βίαιης ενδοκοινοτικής διαμάχης στη ΝΑ Ασία.

Καθώς όμως φτάνεις στους καταυλισμούς των Μουσουλμάνων η κατάσταση αλλάζει δραματικά. Εδώ κυριαρχεί η λάσπη ανακατεμένη με ανθρώπινα ούρα, εμετό και νεκρά ζώα που σαπίζουν στον καυτό ήλιο.

Εδώ οι άνθρωποι είναι ανέκφραστοι, τα παιδιά δεν γελάνε, δεν σου μιλάνε, δεν ζητάνε τίποτα, δεν σε ρωτάνε καν ποιος είσαι.  Εδώ είναι η γη των Rohingya. Η γη των ζωντανών νεκρών.

Οι Rohingya είναι μια μουσουλμανική μειονότητα που ζει στην επαρχία Rakhine στη Δυτική Μυανμάρ, στα σύνορα με το σημερινό Μπαγκλαντές. Η μειονότητα αριθμεί περίπου 1,1 εκατομμύρια ανθρώπους και μιλάνε τη δική τους διάλεκτο, η οποία διαφέρει από  τις εθνικές γλώσσες της Μυανμάρ.

Δεν είναι ξεκάθαρο πότε έφτασαν οι πρώτοι μουσουλμάνοι στη Μυανμάρ. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ήδη από τον 8o και 9ο αιώνα Άραβες έμποροι είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή, ενώ μουσουλμάνοι και βουδιστές συνυπήρχαν ειρηνικά για αιώνες στις δύο όχθες του ποταμού Νααφ (του φυσικού συνόρου με το Μπαγκλαντές).

Το 1824-26 η Μυανμάρ κατακτήθηκε από τη Μεγάλη Βρετανία και έγινε επαρχία μαζί με την Ινδία και το (μετέπειτα) Μπαγκλαντές. Μέχρι την ανεξαρτησία της Μυανμάρ το 1948, χιλιάδες εργάτες από την Ινδία και το Μπαγκλαντές είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή, ώστε να εργαστούν στα έργα που έκαναν οι Βρετανοί στην χώρα. Εκείνη την εποχή, αυτό θεωρούνταν εσωτερική μετανάστευση.

Μέχρι το 1962 οι Rohingya ήταν γενικά ανεκτοί, αν και ποτέ καθολικά αποδεχτοί, ενώ δεν τους είχε δοθεί υπηκοότητα καθώς θεωρούνταν ως παράνομοι μετανάστες. Η κατάσταση χειροτέρεψε το 1982 με τον νέο νόμο για την υπηκοότητα, βάσει του οποίου οι Rohingya δεν αναγνωρίζονταν στις 135 εθνικές μειονότητες της Μυανμάρ και δεν είχαν κανένα νομικό καθεστώς. Το αποτέλεσμα είναι να μην έχουν χαρτιά, να μην μπορούν να παντρευτούν, να πάνε σχολείο- με άλλα λόγια να μην υπάρχουν.

Η κατάσταση των Rohingya ήταν τόσο δύσκολη ώστε κατά καιρούς να εξεγείρονταν ζητώντας βασικά δικαιώματα. Οι επιδρομές όμως στα χωριά τους και η συνεχής καταδίωξη τους έχει ως αποτέλεσμα χιλιάδες να καταφεύγουν στο γειτονικό Μπαγκλαντές ή τη Μαλαισία. Όμως ούτε το Μπαγκλαντές τούς αναγνωρίζει ή τους δέχεται ως πρόσφυγες.

Τα χωριά των Rohingya οργανώνονται από την κυβέρνηση της Μυανμάρ. Μετά τις αιματηρές εξεγέρσεις του 2012 και του 2016, η πλειοψηφία των μουσουλμάνων υποχρεώθηκε να μείνει σε προσφυγικού καταυλισμούς, οι οποίοι δεν έχουν ούτε γιατρούς ούτε δασκάλους.

Οι συνθήκες στους καταυλισμούς είναι δραματικές, καθώς οι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε φαγητό, καθαρό νερό, εκπαίδευση ή γιατρούς ενώ απαγορεύεται αυστηρά να βγουν από εκεί. Το ίδιο ισχύει και για τα μουσουλμανικά χωριά στα οποία απαγορεύεται κάθε εξωτερική μετακίνηση. Εάν αρρωστήσουν δεν μπορούν να ζητήσουν ιατρική βοήθεια. Προσπαθούν να το αντιμετωπίσουν με ό,τι μέσο διαθέτουν, ελπίζοντας απλώς να επιβιώσουν.

Καθώς οι Rohingya επισήμως δεν υπάρχουν και θεωρούνται παράνομοι μετανάστες, δεν είναι καταγεγραμμένοι και δεν διαθέτουν πιστοποιητικό γέννησης ή ταυτότητα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην γνωρίζει κανείς πόσα παιδιά γεννιούνται και πόσα πεθαίνουν.

Ένας ντόπιος λαθρέμπορος μπορεί κάθε στιγμή να πάρει όποιο παιδί θέλει και να το πουλήσει στη Μαλαισία ή το Μπαγκλαντές και κανείς δεν θα μάθει καν ότι το παιδί αυτό υπήρξε.

Ούτε η κυβέρνηση της Μυανμάρ ούτε ο ΟΗΕ, ούτε οι διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν στοιχεία για το δουλεμπόριο παιδιών και ενηλίκων. Κανείς δεν είναι σε θέση να πει πόσα παιδιά καταλήγουν σε οίκους ανοχής ή απλήρωτοι σκλάβοι στα εργοστάσια των γειτονικών χωρών.

Εκείνα που παραμένουν στους καταυλισμούς τα περιμένει μια ζωή γεμάτη στερήσεις και διακρίσεις χωρίς ποτέ να βγουν από τα όρια των καταυλισμών ή να έχουν ευκαιρίες.

Οι Rohingyaστην πλειοψηφία τους δεν ξέρουν να διαβάζουν ή να γράφουν. Δεν υπάρχουν σχολεία στους καταυλισμούς ενώ κάποια χωριά έχουν υποτυπώδεις δομές όπου ένας εθελοντής δάσκαλος «διδάσκει» τα βασικά σε 500 ή 600 παιδιά.

Μια εθελόντρια δασκάλα, θηλάζει το μωρό της ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διδάξει γραφή και ανάγνωση. Αυτό είναι και το μοναδικό σχολείο για τα εκατοντάδες παιδιά των καταυλισμών.

Οι μικροί μαθητές σηκώνουν τα χέρια τους για να χαιρετήσουν τους επισκέπτες στο χωριό τους.

Τα μεγαλύτερα παιδιά πρέπει να παρακολουθούν τα βασικά μαθήματα στην επίσημη γλώσσα της Μυανμάρ, την οποία όμως οι ντόπιοι δάσκαλοι δεν γνωρίζουν. Το αποτέλεσμα είναι τα παιδιά να μην διδάσκονται τίποτα περισσότερο από απλή αριθμητική και ανάγνωση.

“We have chains, though no eye beholds them; and are slaves, though men call us free” (The Young King and the Remarkable Rocket)