Κοινοποιησεις

Είν’ όνειρα που ανασηκώνονται
Στους σκάμνους εκκλησιάς,
Φάροι που δεν έσβησαν
Είναι περασμένες αγάπες που μπορούν να ξεδιψάσουν
Από την αλμύρα του πατημένου από το βάρος χώματος
Όλα βυθίζονται αναφαίνονται καμιά φορά
μέσα από την ίδια τη θάλασσα
Μέσα από ένα χάος βγαίνουν όλα ζωντανά
Και είναι το παιχνίδι αυτό το τυχερότερο
Γιατί όταν ανακαλύπτεις πως χάθηκες
Βρίσκεσαι
Όταν ανακαλύπτεις πως έφυγες έχεις ήδη έρθει
Και μέσα από ένα παραμύθι
Σ’ ένα βιβλίο με κόκκινο κάλυμμα που δεν έχει
ημερομηνία έκδοσης
Και όπου γράφει απλά τη λέξη Παραμύθια
μιας ξεχασμένης γενιάς
Βρίσκεις πως η γενιά αυτή
Είναι η δική σου
Που έσωσες και σ’ έσωσε
Που έγραψε κάτι για το σύνολο των λησμονημένων
Για να γράψεις
Και να ξυπνήσει η σάλπιγγα και να ντυθεί φωνές
που διώχνουν ξόρκια
κι αφήνουν τη ζωή να συνεχίσει
Μέσα από ένα πλήθος πεταλούδων που δεν καψαλίστηκαν
Στο πούσι της κόλασης