Κοινοποιησεις

ΕΒΑΛΑ ΜΕΣΑ σε μια μποτίλια με νερό, τα τελευταία λόγια της γυναίκας μου.

Τα μαύρα γράμματα διαλύθηκαν αμέσως  και το νερό πήρε το χρώμα του βούρκου.

Λίγα χρόνια αργότερα ξαναβρήκα την μποτίλια σ’ ένα ντουλάπι του τοίχου•
το νερό είχε εξατμιστεί  και στον πάτο της μποτίλιας τα γράμματα είχαν ξαναπάρει το σχήμα τους.

Όπως φαίνεται, επειδή ένοιωσαν υποχρεωμένα να εκφράσουν κάποιο νόημα, είχαν μπει πάλι γρήγορα στη σειρά τους.

Όμως το νερό, καθώς αποτραβιόταν, αιφνιδίασε τα πιο απρόσεχτα, και μόνο ελάχιστα πρόλαβαν να ενώσουν.
Κι αυτά τώρα ρωτούσαν: «που είσαι;».