Κοινοποιησεις

Θα παρουσιάσουµε λοιπόν, µερικές από τις αναφορές σ’ αυτό το θέµα, ώστε να καταφέρουµε να το κατανοήσουµε.
Η έκφραση γλωσσικό παιχνίδι, είναι συνυφασµένη µε τη θεωρία του νοήµατος της γλώσσας κατά τη χρήση της, την οποία ο Βιντγκενστάιν, εισηγήθηκε κατά την όψιµη φάση της φιλοσοφικής δραστηριότητάς του.
Με τον όρο γλωσσικά παιχνίδια, δηλώνονται τα διάφορα πεδία, στα οποία, χωρίζεται η γλώσσα.
Τέτοια γλωσσικά πεδία είναι, π.χ., η γλώσσα των επιστηµόνων, η γλώσσα που χρησιµοποιούµε στην καθηµερινή επικοινωνίας µας ή η φιλοσοφική γλώσσα.

Τα γλωσσικά παιχνίδια, περιλαµβάνουν προτάσεις, θεωρίες, κανόνες, νόµους, χειρονοµίες, βλέµµατα, µορφασµούς κλπ.
Καταργούν λοιπόν την αυτονοµία και την αποµόνωση της γλώσσας και την τοποθετούν στη ζωή.
Οι λέξεις µοιάζουν µε τα πιόνια στο σκάκι ή, κατά την έκφραση του ίδιου του Βιντεγκνστάιν, “το νόηµα ενός πιονιού είναι ο ρόλος του στο παιχνίδι”.
Όπως το κάθε πιόνι, έτσι και η κάθε λέξη υπόκειται σε ορισµένους κανόνες λειτουργίας.

Στην πρώτη περίπτωση, η λέξη “πατέρας” σηµαίνει ένα συγκεκριµένο ον, µε ορισµένα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν το σώµα του και τα µέρη του, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ένα άυλο ον, το οποίο ως τέτοιο, στερείται οιωνδήποτε χαρακτηριστικών που αναφέρονται στο σώµα.
Η σύγχυση των γλωσσικών παιχνιδιών – για την ακρίβεια, η σύγχυση των κανόνων που ισχύουν σε διαφορετικά παιχνίδια – είναι, κατά τον Βίντγκενστάιν, η αιτία για τη δηµιουργία σοβαρών φιλοσοφικών λαθών και αδιεξόδων.

Κάθε φορά που µία λέξη ή πρόταση εκφέρεται δηµόσια στην καθηµερινή ζωή, το νόηµά της µεταβάλλεται.
Αυτή τη διαδικασία παραγωγής κάτι νέου, ο Βίντγκενστάιν την ονοµάζει «γλωσσικό παιχνίδι ». Τα γλωσσικά παιχνίδια, αποτελούν τους αναρίθµητους διαφορετικούς τρόπους µε τους οποίους µεταχειριζόµαστε τις λέξεις.
Το να καταλαβαίνουµε λοιπόν µία οποιαδήποτε πρόταση, σηµαίνει πως καταλαβαίνουµε το γλωσσικό παιχνίδι στο οποίο ανήκει.

Ο παραλληλισµός που πρέπει να γίνει, είναι µεταξύ της µεγάλης ποικιλίας των γλωσσικών παιχνιδιών και της εσφαλµένης αποψης των «λογοκρατών» καθώς και του συγγραφέα του Tractatus, ότι η γλώσσα έχει µία και µοναδική λογική δοµή.
Ο Βίντγκενστάιν, χρησιμοποιώντας τον όρο παιχνίδι, δεν υπονοεί ότι οι διαφορετικές γλωσσικές δραστηριότητες της αναφοράς, της περιγραφής, της ερώτησης κ.α. είναι, κατά κάποιο τρόπο, επιπόλαιες ή ασήµαντες.
Μάλλον το αντίθετο.

Ο ίδιος ο Βίντγκενστάιν, δίνει κάποια παραδείγµατα για να µας βοηθήσει να καταλάβουµε πώς ορίζει τα « γλωσσικά παιχνίδια » :
Ας φανταστούµε δύο ανθρώπους, ένα χτίστη και το βοηθό του, που κατά τη διάρκεια της δουλειάς τους χρησιµοποιούν µία πολύ απλή και πρωτόγονη γλώσσα.
Η γλώσσα τους, περιλαµβάνει µόνο τις λέξεις «τούβλο», «κολόνα», «πλάκα» και «δοκάρι» που αντιστοιχούν στα οικοδοµικά υλικά που χρησιµοποιούν.
Κατά τη διάρκεια του χτισίµατος, ο χτίστης δίνει µονολεκτικές εντολές στο βοηθό του όπως «τούβλο», και ο βοηθός αντιδρά δίνοντάς του το υλικό που ονοµάζει αυτή η λέξη.

Το νόηµα δεν έγκειται στη δηλωτική σχέση µεταξύ λέξεων και πραγµάτων ή στην απεικονιστική σχέση µεταξύ προτάσεων και γεγονότων.
Το νόηµα µιας έκφρασης, είναι η χρήση της µέσα στην πολλαπλότητα των πρακτικών εφαρµογών που συνιστούν τη γλώσσα.
Επιπλέον, η γλώσσα δεν είναι κάτι πλήρες και αυτόνοµο που µπορεί να ερευνηθεί ανεξάρτητα από άλλα στοιχεία, διότι συνυφαίνεται µ’ όλες τις δραστηριότητες και τη συµπεριφορά του ανθρώπου.
Κατά συνέπεια, οι πολλοί διαφορετικοί τρόποι που µεταχειριζόµαστε τη γλώσσα, αντλούν περιεχόµενο και νόηµα από τις πρακτικές υποθέσεις µας, από τη δουλειά µας, από τις σχέσεις που έχουµε ο ένας µε τον άλλο και µε τον κόσµο στον οποίο ζούµε .
Η γλώσσα, εν ολίγοις, είναι µέρος µίας περιεκτικής µορφής ζωής.

(σ.σ  Κάθε γενιά έχει ασφαλώς το δικαίωμα στα δικά της λάθη, δεν είναι όμως σώφρον να επαναλαμβάνει τα λάθη της προηγούμενης..
Με αυτό το σχόλιο, υπογραμμίζω την ανάγκη διατήρησης της ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ στον κόσμο ελληνικής γλώσσας, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψιν, την αναπόφευκτη εξέλιξή της..

Κάρυ Γκλεζάκου.