Κοινοποιησεις

Πριν 12-13 χρόνια ζούσα στην μικρή φλαμανδική πόλη της Λούβεν, έχοντας μια αξιοσέβαστη πανεπιστημιακή θέση. Είχα κάθε λόγο να νοιώθω «πετυχημένη» κι «ευτυχισμένη». Η κατάθλιψη ήρθε σιγά- σιγά μ’ ένα τρόπο τόσο ύπουλο που μέχρι να το καταλάβω είχε χρωματίσει κάθε πτυχή της ζωής μου. Ξεκίνησε σαν μια ατελιωτη κούραση, κοιμόμουν πολύ και ένιωθα συνέχεια εξαντλημένη. Το πρωι ήταν πολύ δύσκολο να πείσω τον εαυτό μου να σηκωθεί απο το κρεββάτι. Το να φτιάξω τον καφέ μου φάνταζε σαν άθλος. Αρχισα να μην προσέχω καν τα ρούχα που φορούσα. Ξαφνικά δεν είχα την ενέργεια να ντυθώ, να χτενίσω τα μαλλιά μου, να περπατήσω μέχρι το γραφείο. Η παραμικρή παρατήρηση, ακόμα και στη σειρά του σουπερ μαρκετ, μπορούσε να με διαλύσει για μέρες.

Στη δουλειά, οι συνάδελφοι άρχισαν να ψιθυρίζουν πίσω απο την πλάτη μου, με απέφευγαν στα διαλείμματα του καφέ κάτι που μ’ έκανε να απομονώνομαι ακόμα περισσότερο και να κατηγορώ τον εαυτό μου για όλα. Η ζωή μου ήταν ένα σκοτεινό πηγάδι στο οποίο βούλιαζα κάθε μέρα και όποτε προσπαθούσα να βγω απο αυτό, χτυπούσα στα πέτρινα τοιχώματά του.

Ο οικογενειακός γιατρός, με παρέπεμψε σε έναν ψυχολόγο. Μετά απο αρκετές συνεδρίες, οι οποίες πήγαιναν απο το κακό στο χειρότερο- κυρίως γιατί εγώ δεν συνεργαζόμουν καθόλου- ο ψυχολόγος μου πρότεινε να πάρω άδεια άνευ αποδοχών και να γυρίσω στην Ελλάδα. Όχι όμως απλώς να γυρίσω αλλά να του υποσχεθώ ότι θα αφιέρωνα κάποιες ώρες σε μια εθελοντική δραστηριότητα. Αν και θεώρησα την ιδέα του αδιάφορη, του υποσχέθηκα ότι θα το κάνω, απλά και μόνο για να υπογράψει το χαρτί που θα μου έδινε την άδεια.

Λένε ότι το μοναδικό μας σπίτι είναι τελικά η παιδική μας ηλικία, τότε που μπορούσαμε να νοιώθουμε ευτυχισμένοι μ’ ένα παγωτό και, η απώλεια και η ματαίωση ηταν ακόμα άγνωστες λέξεις. Τότε που μπορούσαμε ακόμα να κρυφτούμε στην αγκαλιά των γονιών μας, πιστεύοντας ότι θα τους έχουμε για πάντα να μας κρατούν το χέρι. Αυτή η παιδική ηλικία, βρισκόταν για μένα στην Κρήτη, στο νησί του μπαμπά μου κι εκεί που πέρασα τα πιο φωτεινά καλοκαίρια της ζωής μου.

Νοίκιασα ενα επιπλωμένο δωμάτιο στο Ρέθυμνο, δίπλα στην αδερφή μου, που ήδη έμενε στην πόλη. Τις πρώτες μέρες όλα ήταν αδιάφορα. Περπατούσα στη θάλασσα, καθόμουν στον ήλιο όμως η κατάθλιψη ήταν πάντα εκεί. Κοιμόταν μαζί μου και με συντρόφευε κάθε στιγμή της ημέρας μου. Ένοιωθα ότι ήμουν παγιδευμένη σ’ έναν ιστό αράχνης που κάθε μέρα έτρωγε κάτι απο αυτό που πραγματικά ήμουν και με μετέτρεπε σε κάτι σκοτεινό και ξένο. Τίποτα δεν φαινόταν να με τραβάει έξω απο το πηγάδι μου, ώσπου μια μέρα, γυρνώντας απο μία ακόμα άσκοπη βόλτα στο λιμάνι, είδα μια παρέα νεαρών σ’ ένα τραπεζάκι με χελώνες. Ηταν όλοι εθελοντές του Αρχελών, του Συλλόγου Προστασίας της Θαλάσσιας χελώνας. Θυμήθηκα την υπόσχεση που είχα δώσει στον Ολλανδό ψυχολόγο κι αποφάσισα- όχι με μεγάλη όρεξη- να προσφέρω εθελοντική δουλειά.

Η ομάδα με υποδέχτηκε με χαρά- είχαν ήδη φύγει κάποιοι εθελοντές και είχαν ανάγκη απο βοήθεια. Μου εξήγησαν τα βασικά σημεία της δουλειάς, μου έδωσαν ένα καπέλο και μου είπαν την επόμενη μέρα στις 5 το πρωί, να συναντήσω την ομάδα σε μια παραλία έξω απο την πόλη του Ρεθύμνου.

Τα καθήκοντα μου ήταν συγκεκριμένα. Ξυπνούσα κάθε μέρα στις 4.30 και συναντιόμασταν στις 5 σε συγκεκριμένες παραλίες. Εκεί εντοπίζαμε τις φωλιές που είχαν γεννήσει οι χελώνες και παίρναμε τις συντενταγμένες τους. Μετρούσαμε τα αυγά και σημειώναμε τυχόν σπασμένα ή κατεστραμμένες φωλιές. Τοποθετούσαμε καλάμια γύρω απο τις φωλιές ώστε να τις προστατέψουμε απο τους λουόμενους και απο όσους θεωρούσαν διασκεδαστικό να τις καταστρέφουν. Εκτελούσα τα καθήκοντα μου σχεδόν μηχανικά. Αρχικά ήμουν αδιάφορη, μιλούσα ελάχιστα με τα άλλα μέλη της ομάδας, τα οποία- σήμερα που το σκέφτομαι απορώ με την υπομονή τους- με ανέχονταν χωρίς ποτέ να δυσανασχετήσουν.

Σε λίγες μέρες, η αδιαφορία μου έγινε γκρίνια. Μ’ ενοχλούσε που ξυπνούσα πρωι, που περνούσα ατέλιωτες ώρες στις παραλίες να ψάχνω άδειες φωλιές απο χελώνες και νευρίαζα που σχεδόν πάντα τα αυγά ήταν σπασμένα. Η οργή μου, άρχισε σιγά σιγά να φέυγει απο τον εαυτό μου και να εξωτερικεύεται σ’ εκείνους που έσπαγαν τα αυγά. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι άρχισα να νοιάζομαι για κάτι άλλο, αυτή η ρουτίνα του ξυπνήματος, η ελπίδα κάθε φορά που έβρισκες μια φωλιά, η λύπη και η απογοήτευση ακόμα και ο θυμός, όταν τελικά ανακάλυπτες ότι αυτή η φωλιά είχε καταστραφεί, ήταν συναισθήματα που είχα ξεχάσει. Η καθημερινή επαφή με την ομάδα, ήταν θεραπευτική, μια ομάδα ανθρώπων που με δέχτηκε και με αγκάλιασε χωρίς να με κρίνει, χωρίς να με απορρίψει και χωρίς να ζητήσει τίποτα από μένα, εκτός από το χρόνο μου. Ξαφνικά ένιωσα ότι αν εκείνοι με θεωρούν απαραίτητη, τότε ίσως να μπορούσα επιτέλους κι εγώ ν’ ανήκω κάπου.

Ισως δεν ήμουν τόσο λάθος όσο νόμιζα.

Και τότε συνέβη το αναπάντεχο. Είχαμε ξεκινήσει τα ξημερώματα την πρωινή μας βόλτα στην παραλία. Οι πρώτες φωλιές που βρήκαμε ήταν άδειες με σπαμένα αυγά. Άλλη μία απογοήτευση – είχα πιστέψει ότι θα περνούσαν οι εβδομάδες και δεν θα έβρισκα ούτε μια ζωντανή χελώνα. Τότε ένα μέλος της ομάδας, μας κάνει νόημα να πλησιάσουμε στο σημείο που βρισκόταν.

Ηταν εκεί, μπροστά στα μάτια μου αυτό που τόσες εβδομάδες ήλπιζα να δω. Μία υπέροχη φωλιά με δεκάδες μικρά στρογγυλά αυγά, που σχεδόν έλαμπαν στο τελευταίο φως του φεγγαριού. Έμεινα να κοιτάω σα μαγεμένη όταν ξαφνικά το εύθραυστο τσόφλι απο τα αυγά άρχισε να σπάει. Μία τόση δα μικρή χαρακιά, ένα σχεδόν ανεπαίσθητο σημαδάκι και μετά άλλο ένα, κι άλλο…

Ενα μικροσκοπικό πτερύγιο άρχισε να σπρώχνει το άσπρο κέλυφος ώσπου φάνηκε ένα κεφαλάκι που προσπαθούσε με πείσμα να ελευθερωθεί. Και δεν ήταν μόνο του. Δεκάδες μικρά σπασίματα, και τα μικροσκοπικά πλάσματα έκαναν τα πρώτα τους βήματα στη ζωή. Σε λίγα λεπτα αφηναν πίσω τους το προστατευτικό τους κέλυφος όπως το μωρό αφήνει την ζεστή μήτρα της μητέρας του και βγαίνει στον κόσμο. Το ένστικτο αιώνων επιβίωσης, τα οδηγούσε απευθείας προς την απεραντοσύνη της θάλλασας. Πάλευαν να ισορροπήσουν στην υγρή άμμο, βυθίζονταν μέσα στις λακκουβίτσες και γεμάτα πείσμα συνέχιζαν το ταξίδι τους προς το νερό. Οι γλάροι είχαν ήδη αρχίσει να κάνουν κύκλους πάνω απο τα χελωνάκια προσπαθώντας σε κάθε ευκαιρία να αρπάξουν όποιο δεν προλάβαινε να φτάσει στο κύμα. Τα φώτα της παραλίας τα αποπροσανατόλιζαν και τα τραβούσαν μακριά από τον ωκεανό, όμως εκείνα συνέχιζαν τον απελπισμένο τους αγώνα για επιβίωση. Κάθε πέταγμα των γλάρων, κάθε πτώση τους, κάθε βύθισμα στη μαλακή άμμο ήταν και μια παγίδα θανάτου. Η αρχέγονη γνωση τους όμως, για το δώρο της ζωής που τα περίμενε εαν διέσχιζαν τα λίγα αυτά μέτρα που τα χώριζαν από το νερό, ήταν και η δύναμη τους.

Μόλις έφταναν στο κύμα, ο χρόνος σταματούσε. Δεν αντιστέκονταν, δεν πάλευαν να γραπωθούν απο κάτι, απλά αφήνονταν στους πρώτους παφλασμούς των κυμάτων να ταξιδέψουν μαζί με το νερό στους μαγικούς τόπους που θα τα πήγαινε.

Ηταν ασφαλή, είχαν επιστρέψει ξανα στην αρχική μήτρα.

Αυτά τα πλάσματα. ήταν τόσο μικρά όσο η μισή μου παλάμη, ένα φύσημα του ανέμου και μπορούσαν να χάσουν τη θάλασσα για πάντα, ήταν ανυπεράσπιστα στο έλεος των γλάρων και στην μοχθηρία των περαστικών. Και όμως, τίποτα δε τα σταματούσε από το ταξίδι τους προς τη ζωή.

Αυτό το ταξίδι της ζωής, είναι και το μεγαλύτερο δώρο που μας δόθηκε και στο οποίο αντιστεκόμαστε με τόσο πείσμα, γιατί φοβόμαστε το κάλεσμα του. Κατάλαβα εκείνες τις μαγικές ώρες, ότι η ζωή είναι τώρα, είναι εδώ, είναι μπροστά μου, δεν είναι στο αύριο και δεν είναι στο χθες.

Ξαφνικά, άρχισα να κλαίω και να γελάω τόσο δυνατά που όλοι με κοίταξαν παραξενεμένοι.

Για πρώτη φορά έκλαιγα απο χαρά, έκλαιγα για όσα έφυγαν και όσα θα έρθουν, έκλαιγα γιατί πια ήξερα ότι η αγάπη δεν είναι χάσιμο αλλά είναι δόσιμο, ένα απέραντο δόσιμο στη ζωή και στο τώρα.

Τώρα, εδώ και για πάντα..