Κοινοποιησεις

Ακούτε;
Ακούτε αυτό το χλιμίντρισμα των αλόγων;
Ακούτε;
Ακούτε τα ουρλιαχτά των αυτοκινήτων;
Είναι
οι πολίτες
που καταφτάνουν να λουστούν μέσα στην Αφθονία Του.
Ανθρώπινη πλημμύρα.
Με καταβροχθίζει
ανίσχυρον
κι αρπάζομαι από τα καπίστρια
απ’  τούς ποδόγυρους και τα φουστάνια.

Τι βλέπω;
Εσύ;
Το μάτι μου πιτσιλισμένο μ’ αίμα.
Φλογίζεται
καθώς το κόκκινο φανάρι των μπορντέλων.
Γιατί εσύ;
Σταμάτα!
Ξέρω γλυκύτερες χαρές!
Το δάσος το υπεροπτικό των βλεφαρίδων της δε σάλεψε.
Στάσου!
Εκείνη έχει περάσει κιόλας…
Κ εκείνος, να τονε δεσπόζοντας επάνω απ’ τα κεφάλια.

Γυαλίζει το κρανίο του
σάμπως παπούτσι
φαλακρό,
καλοβερνικωμένο.
Μόνο
στην τελευταία φάλαγγα
του παράμεσου,
δίπλα σε τρία μπριγιάντια,
υπάρχουν κάτι τόσες δα τρίχες ανορθωμένες.

Την βλέπω να πλησιάζει.
Σκύβει για ν’ ασπαστεί το χέρι του.
Τα χείλη της σιγανοψιθυρίζουν
ανάμεσα από ’κείνες τις ψευτότριχες
αποκαλώντας τες τη μια «φλαουτάκι μου»
την άλλη «συννεφάκι μου»
την τρίτη μ’ ένα διάσημο όνομα
πρωτάκουστο
που μόλις τώρα εγώ δημιούργησα.