ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει.
Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του,
προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν,
τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες.
Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον,
ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται,
ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ,
ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο
τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα
κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη.
Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν,
ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να
ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της,
μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα.
Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ.
Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο ἀ­κό­μα στά­σεις.
Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει ποι­ὲς ὧ­ρες πη­γαί­νει ἀγ­γλι­κά.
Εἰ­σπνέ­ουν μα­ζί, μα­ζὶ ἀ­δειά­ζουν τὰ πνευ­μό­νια τους,
ὅ­λα ἀρ­γὰ καὶ κρυ­φά.
Κυ­ρί­ως κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους.
Σὲ λί­γο μιὰ μι­κρὴ κοι­νὴ τρε­μού­λα.
Μὲ τὴ γω­νί­α τοῦ μα­τιοῦ γνω­ρί­ζει μο­νά­χα μί­αν ἄ­κρη
ἀ­πὸ τὸ κα­φὲ κο­τλὲ παν­τε­λό­νι.
Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ σέ­να κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα,
καὶ χρει­ά­ζε­ται προ­σπά­θεια γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ.
Μὲ δυ­σκο­λί­α ση­κώ­νε­ται ἀ­πο­στρέ­φον­τας πάν­τα το πρό­σω­πό της,
πα­τά­ει τὸ κου­δού­νι καὶ κα­τε­βαί­νει.

Ὁ πρῶ­τος της ἔ­ρω­τας τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴ στά­ση.
Ἔ­χει ἤ­ρε­μα γα­λα­νὰ μά­τια.
Τὴν ἁρ­πά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ση­κώ­νον­τας τὴν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος,
ὑ­πάρ­χει ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ βι­α­σύ­νη στὸ σῶ­μα του
καὶ τό­τε ἐ­κεί­νη σκέ­φτε­ται κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα.
Ἔ­πει­τα τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὸ μπρά­τσο κι ἀρ­χί­ζουν νὰ περ­πα­τᾶ­νε,
νὰ μι­λᾶ­νε, νὰ γε­λᾶ­νε, ἐ­νῶ τὸ μυα­λό της μὲ δυ­σκο­λί­α ξε­μου­διά­ζει.

(Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω | διηγήματα | ἐκδ. Πατάκης | 2014)