Κοινοποιησεις
O Μήτσος, ο Στράτος, η Ειρήνη κι εγώ, εμείς οι τέσσερις αυτοκόλλητοι, είχαμε τον πειρατικό σταθμό μας μακριά από το κέντρο του χωριού.

Ένα βράδυ, εκεί που πίναμε, είδαμε το κορμί ενός άντρα
να διαγράφεται, περνώντας έξω από το παράθυρό μας.
Περίεργο πράγμα τρεις τα ξημερώματα, έμοιαζε φάρσα.
Μετά κι άλλο κορμί κι έγιναν δύο τα κορμιά αλλά
έπαψε να είναι αστείο, όταν το ένα κορμί χτύπησε την
πόρτα, φωνάζοντας: ” Μήτσο, Χρήστο ανοίξτε να τελειώνουμε”.
Ήταν ο μπάτσος κι ο βοηθόμπατσος του χωριού κι εμείς
ήμασταν φτιαγμένοι και με τον δίσκο “Φλου” στο πικάπ να
είναι ωραίος.
“Τη γαμήσαμε”, γύρισα και είπα στην Ειρήνη.
” Μας καρφώσανε πάλι”.
Η Ειρήνη πήγε ως την πόρτα κι έπειτα έτρεξε προς
το μπάνιο για να κρυφτεί.
Ο Μήτσος με κοίταζε κι ο Στράτος έβριζε κάποιον που υποψιαζόταν
κι εγώ με τη σειρά μου έγνεψα στον Μήτσο ν’ ανοίξει
την πόρτα και συγχρόνως πετάχτηκα σαν ελατήριο.
Με δυο άλματα έφτασα στο πικάπ, σήκωσα με τέχνη τη βελόνα,
άρπαξα το δίσκο και χωρίς άλλη επιλογή και δεύτερη σκέψη,
σήκωσα το στρώμα του μονού κρεβατιού, που ήταν δίπλα
και τον έχωσα ανάμεσα σ’ αυτό και στα φτηνά σανίδια του.
Ο άνθρωπος που μας κάρφωσε εκείνο το βράδυ είναι
(γιατί ζει ακόμα) σαν όλους τους ανθρώπους που βασανίζονται από
τους φόβους τους σ’ αυτό τον κόσμο, ματώνοντας να επιβιώσουν.
Μα κι αυτός, όπως και τόσοι άλλοι, για την αστυνομία
δουλεύουν σ’ αυτή τη χώρα τέλος πάντων;
Καθόμασταν, πίναμε κι ακούγαμε μελοποιημένη ποίηση, η γη μας γύριζε
κι ήταν ωραία.
Κι ύστερα ήρθαν τα κορμιά να μας πάρουν και τα μηχανήματα
και τους δίσκους μας, πού όλοι μας είχαμε τσοντάρει
για να αγοράσουμε.
Έτσι γινόταν τότε: αγοράζαμε έναν και τον ακούγαμε όλοι μαζί
παρέα, να γυρνάει και να μας γυρίζει.
Κατασχέθηκαν το ίδιο βράδυ.

Κι αυτό το ζήσαμε κι αυτό το περάσαμε μαζί
κι αυτό πέρασε, όμως εκείνων δεν τούς πέρασε, γιατί εμείς
είχαμε κοινό νου κι οι νόμοι τους μας ήταν περιττοί.
Ξέραμε τι δεν θέλαμε και γνωριζόμασταν από ελεύθεροι κι ήμασταν
αποφασισμένοι να παραμείνουμε και με ό,τι σώθηκε, που ήταν
ο δίσκος “Φλου”.
Μ’ αυτό το δίσκο όλοι μαζί ξαναστήσαμε τη δισκοθήκη μας έξυπνα
κι αθόρυβα κι είχαμε γίνει συνένοχοι.
Έλαχε αυτή η μπάντα, η Σπυριδούλα, και όχι τυχαία, να
είναι η αφετηρία μας τότε, τον προηγούμενο αιώνα.
Τότε που ζούσαμε τον παραλογισμό των μεγάλων και κάθε φορά
που ανησυχούσαμε για κάτι, το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε
ήταν έρωτα.
Έτσι ξεχνιόμασταν κι ήταν μια κοινωνικοποίηση αυτό, όπως
και με τους μπάτσους:Τους τη λέγαμε, μας τη λέγανε,
γινόταν κάτι κι όχι όπως τώρα με το φέϊσμπουκ, δράματα
κι αρχίδια κοινωνικοποίηση.
Σάμπως ξέρω κι εγώ τί λέω; Μάλλον μεγάλωσα…
Και ναι, κάναμε έρωτα!
Το κάναμε πολύ και – ευτυχώς για μένα – με ποιότητα.
Άλλωστε οι ποιητές, οι διανοούμενοι και οι μουσικοί, μέσα από
τα τραγούδια τους, μας είχαν πει πως η γη ήταν
γεμάτη από ανθρώπους σαν εμάς, που ονειρευόμασταν και κάναμε έρωτα
και δεν είχαμε ιδέα για το τί θα ερχόταν.
Κάθε τόσο μας ρουφιάνευε και κάποιος από το χωριό
κι από το παραδίπλα χωριό ή από την πόλη
κι όσο για μας, κάπου θα βρίσκαμε λεφτά: Μια φορά
από τον παππού μου, που μας είχε και αδυναμία, μια
άλλη φορά από καθυστερούμενα ταμμένα, κάτι σαν στοίχημα σα να λέμε,
αν έπιανα μέσο όρο τριμμήνου στο σχολείο πάνω από δεκαεπτά
π.χ. κι έπιανα δεκαοκτώ κι έτσι κέρδιζα κανένα ψιλό για
τους δίσκους μας.
Μια μέρα, βρήκα στο τότε σουβλατζίδικο του Ασημάκη, ένα χιλιάρικο
και άλλα δυο χιλιάρικα σε κατοστάρικα και τρία πεντακοσάρικα.
Τι σήμαινε αυτό και ποιος το έκανε δεν ήξερα, έσκυψα
κι άρχισα να τα χώνω στις κωλότσεπες του μπλουτζίν μου
και ανασαίνοντας κανονικά πήρα το σουβλάκι μου, πλήρωσα κι έφυγα
και κανείς δεν με σταμάτησε να μου πει τίποτα.
Θέλω να πω πως, όταν είσαι αποφασισμένος, τότε είσαι
και τυχερός, ακόμη κι αν συνήθως υπήρξες άτυχος.
Τελικά κάτι ποιήματα και το ροκ εν ρολ μας έσωσαν
σ’ αυτή τη ζωή.
Δύο χιλιάδες δέκα οκτώ και η ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ σαραντάρισε.
Εγώ σαρανταπεντάρισα κι είναι σα να μην άλλαξε τίποτε για
μας τους τέσσερις φίλους κι ας άλλαξαν πολλά από τότε.
Μοιάζουμε σαν τους “Απόντες” του Γραμματικού πλέον, μόνο που αυτοί
ήταν πιο πολλοί κι ο καλύτερός τους αυτοκτόνησε.
Κι ο χαρακτήρας μας, που δεν πίστευε σε τίποτα, ζει
ακόμα κι δίσκος μας κι ο μύθος του “Μπάμπη του φλού” ζει
κι ακόμα κι εμείς, που ανήκουμε στην περήφανη γενιά που
“έβγαλε” τις “ΤΡΥΠΕΣ” και τον Γιάννη Αγγελάκα, γουστάρουμε κι ας
ξέρουμε  αυτό το οποίο ξέρουμε όλοι, όπως και το ότι
ζούμε σε μιά υπέροχη χώρα, με θαυμάσιο σκηνικό κι άθλια παράσταση,
που έλεγε κι ο Τσαρούχης.
Το βλέπουμε στα ερημωμένα υπέροχα μέρη και τα άδεια νησιά,
ενώ εκατομμύρια βουλιάζουν πλέον σε μια λεκάνη, την Αττική!
Άνθρωποι νευρωτικοί, πρεζάκια που αρέσκονται να πληρώνουν περιουσίες στους ψυχολόγους
και να κλείνουν τα μπαρ κι αυτό δεν είναι σωστό
κι ο γιατρός Ν.Σ έχει δίκιο.
Κι εγώ, πάντα προτιμούσα αυτούς που γνωρίζουν απ’ αυτούς που
πιστεύουν και που πραγματικά νοιάστηκαν για μας..

Προηγούμενο άρθρο‘Άγνωστη | Ρώμος Φιλύρας
Επόμενο άρθροRiders on the storm | The Doors
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μένει στα Εξάρχεια. Ζει στον πλανήτη του. Βλέπει φωτογραφικά (κυρίως ασπρόμαυρα) Γνωρίστηκε με τη φωτογραφία τον προηγούμενο αιώνα. Αγαπά τον Φρίντριχ Νίτσε για το "Η αισθητική είναι ανώτερη της ηθικής". Αγαπά τη λέξη ελευθερία και το ασπρόμαυρο πορτραίτο. Τα καρέ του Ντίνου Διαμαντόπουλου και τον Helmut Newton, εμμονικά. Συμφωνεί πώς ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, εκτός από το ουίσκι. Κι ότι κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει το θάνατο, παρά μόνο η ζωή. Είναι πεπεισμένος πώς η ζωή του είναι βασισμένη σε πραγματική ιστορία και πώς ο γιαλός είναι στραβός.